17/11/20

"Ένας διαφορετικός τυμπανιστής", William Melvin Kelley



Είναι το «Ένας διαφορετικός τυμπανιστής» ο νέος Στόουνερ, όπως διαφημίζεται στο εξωτερικό; Το χαμένο αριστούργημα ενός ιδιοφυούς αφροαμερικανού συγγραφέα (ανάλογου αναστήματος με τον Φώκνερ) που περιέπεσε στην αφάνεια για να τον ανακαλύψουν μόλις πρόσφατα ξανά στην Αμερική; Είναι και δεν είναι. Πρόκειται σίγουρα για ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο. Αλλά Φώκνερ; Δεν είναι. Ο Κέλλυ, που γεννήθηκε το 1937 και πέθανε το 2017, εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, τον Τυμπανιστή, το 1962, πάνω στη φλόγα του ζητήματος των φυλετικών διακρίσεων. Έπειτα ο ίδιος και το βιβλίο ξεχάστηκαν. Αν κι εκείνος δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει. 

Σε μια φανταστική πολιτεία του Νότου (κι εδώ τελειώνουν οι συγκρίσεις με τον Φώκνερ), ένας νέγρος ονόματι Τάκερ Κάλιμπαν αποφασίζει να ρίξει αλάτι στο χωράφι του, να σκοτώσει τα ζωντανά του, να κάψει το σπίτι του και να φύγει. Ταυτόχρονα έγχρωμοι από όλη την Πολιτεία, χωρίς καν να οργανωθούν, από στόμα σε στόμα, ξεκινάν να φεύγουν. Πίσω τους αφήνουν τα πάντα, παίρνουν μόνον την οικογένεια και τα καλά τους ρούχα. Και σε λίγο η Πολιτεία έχει μόνο λευκούς. Την ιστορία τη βλέπουμε τριτοπρόσωπα μέσα από τα μάτια των λευκών, και κυρίως του κύριου Λίλαντ, ενός μικρού αγοριού. Αφηγητές πρωτοπρόσωπα είναι ακόμα και κάποια από τα μέλη της οικογένειας Γουίλσον, που υπήρξαν αφεντάδες των προγόνων του Τάκερ, και δικά του αφεντικά. Αλλά κανένας μαύρος δεν μιλάει, ούτε βλέπουμε τι σκέφτεται. Κι αυτό αφηγηματικά είναι πραγματικά εντυπωσιακό. 

Το βασικό θέμα είναι ο ρατσισμός στην μετεμφυλιακή Αμερική. Και ο σεξισμός. Πρωταγωνιστές άνθρωποι που θυμούνται τους παππούδες τους σκλάβους, και με κάποιο τρόπο συνεχίζουν να είναι κι αυτοί. Αλλά και άλλοι, που θυμούνται πώς ήταν να έχουν σκλάβους, που δεν κάθονται στα ίδια μαγαζιά, ούτε στην ίδια θέση στο λεωφορείο με έγχρωμους, που αρνούνται τη μόρφωση, τη φιλία, την ελπίδα σε συνανθρώπους τους. Που νομίζουν πως παραχωρούν δικαιώματα, αν λένε τους Αφρομερικανούς νέγρους (negro) κι όχι αράπηδες (nigger). 

Ο Κέλλυ φτάνει το θέμα βαθιά, ως εκεί που πονάει προσωπικά τον καθένα. Δεν μασάει τα λόγια του, δεν ανέχεται ευφημισμούς. Ολοκληρώνει τις σκέψεις των ηρώων, δεν αφήνει αμφιβολία για τις προθέσεις και το ποιόν τους. Η λευκή Αμερική του ’60 δεν του συγχώρεσε πως προσπάθησε να μιλήσει εξ ονόματος της και για αυτόν τον καταδίκασε στην λήθη. Το συγκλονιστικότερο είναι πως εξήντα χρόνια μετά, το βιβλίο είναι για την Αμερική, αλλά και για όλον τον κόσμο, επίκαιρο. Ο ρατσισμός, αυτός που υφέρπει στην καθημερινή ζωή, ακόμα μας καταδυναστεύει. Και για αυτό, το βιβλίο του Κέλλυ, που λογοτεχνικά είναι εξαιρετικό, μοιάζει και από πλευράς θεματολογίας πιο ενδιαφέρον από ποτέ. 
   



                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Ένας διαφορετικός τυμπανιστής", William Melvin Kelley, μετ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σ. 325

10/11/20

"Χίλια φεγγάρια", Sebastian Barry






Αγαπώ τον Σεμπάστιαν Μπάρυ, την κάποιες φορές υπερβολικά χαμηλότονη και υποβλητική γραφή του, που σπάνια καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς∙ εκτός απ’ όταν το απαιτεί η ιστορία. Ένα τέτοιο εντυπωσιακό βιβλίο ήταν το προηγούμενό του, οι "Μέρες δίχως τέλος». Καταπιάστηκε εκεί με ένα σωρό θέματα ταμπού, την εξόντωση των γηγενών Ινδιάνων στην Αμερική, την ομοφυλοφιλία, την παρενδυσία, τη δυσφορία φύλου, τη φρίκη του πολέμου, το ρατσισμό και τον Αμερικάνικο Εμφύλιο. Πρόκειται πραγματικά για ένα μεγάλο βιβλίο. 

Τα «Χίλια φεγγάρια» είναι η συνέχεια αυτού του μυθιστορήματος. Ομολογώ πως με εξέπληξε η επιλογή του να ξαναγυρίσει στους ίδιους ήρωες και το ίδιο σκηνικό. Σε αυτό το βιβλίο ο Μπάρυ ξαναβρίσκει των χαμηλών εντάσεων εαυτό του, τα θέματα που πραγματεύεται είναι λιγότερα κι από άλλη πλευρά. Πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια, ένας μάλλον δεύτερος χαρακτήρας του πρώτου βιβλίου, η μικρή Ινδιάνα της φυλής Λακότα που έσωσαν και υιοθέτησαν ο Τζον Κόουλ και ο Τόμας ΜακΝάλτυ. Η Γουινόνα, που προέρχεται από τους «πιο δυστυχισμένους ανθρώπους που πάτησαν ποτέ στη γη», είναι πια μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να βρει τον βηματισμό της σε έναν κόσμο που δεν την θεωρεί καν άνθρωπο. Όταν την κακοποιούν, δεν υπάρχει νόμος για να την προστατέψει, τα άτομα της φυλής της δεν είναι πολίτες. Αλλά κι ο Τζον Κόουλ, που χει λιγάκι μόνο ινδιάνικο αίμα, ίσως ένα όγδοο, κινδυνεύει κι αυτός, όπως και τα έγχρωμα αδέλφια Μπουγκρό που ζουν μαζί τους στη φάρμα. 

Κυρίαρχα ζητήματα στο μυθιστόρημα είναι ο ρατσισμός κι ο σεξισμός στην Αμερική αμέσως μετά τον Εμφύλιο. Το να είσαι έγχρωμος, Ινδιάνος, γυναίκα ή ακόμα και υποστηρικτής τους, σε βάζει σε άμεσο κίνδυνο. Δεν είναι μόνο πως σε υποτιμούν, οι λευκοί άντρες μπορούν να σου κάνουν ό,τι θέλουν χωρίς να βρεις το δίκιο σου ποτέ. 

Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ γράφει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αυτή τη φορά με γυναίκα ηρωίδα. Βάζει ζητήματα σεξουαλικότητας και φύλου. Η Γουινόνα ψάχνει να βρει την ταυτότητά της, να ορίσει τον εαυτό της ως άνθρωπο. Είναι εδώ ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας, που τον αγαπάς βαθιά. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για αυτούς που την περιτριγυρίζουν. Ακόμα και οι Τζον Κόουλ και Τόμας ΜακΝάλτι μοιάζουν άψυχοι. Κι είναι κρίμα. 

Το «Χίλια φεγγάρια μεταφράστηκε στη χώρα μας πολύ σύντομα, γιατί τόσοι αναγνώστες αγάπησαν το «Μέρες δίχως τέλος». Τα δύο βιβλία δεν είναι ισάξια, τα φεγγάρια είναι ένα ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα, γραμμένο όμορφα και λυρικά, αλλά δεν έχει την σπιρτάδα του προηγούμενου, ούτε τη λογοτεχνική αξία. Ο Μπάρυ δεν γράφει ποτέ άσχημα, και ποτέ ως τώρα δεν με έχει απογοητεύσει. Ούτε κι αυτό μετάνιωσα που διάβασα, παραμένει πάντως, για τα δικά του δεδομένα, ένα μέτριο βιβλίο, που δεν είμαι καθόλου σίγουρη πως μπορεί να διαβαστεί αυτόνομα χωρίς το προηγούμενο και να γίνει πλήρως κατανοητό. 




                     Κατερίνα Μαλακατέ




"Χίλια φεγγάρια", Σεμπάστιαν Μπάρυ, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, σ.275, 2020 

30/10/20

"Ο Μεσάζων", L.P. Hartley

 


The past is a foreign country, they do things differently there.

 

«Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα: τα κάνουν όλα διαφορετικά εκεί». Αυτή είναι η πασίγνωστη αρχή του «Μεσάζοντα», που ξέρουν οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι, αν και αμφιβάλλω αν θυμούνται από ποιο βιβλίο προέρχεται. Ούτε η ομώνυμη ταινία του 1971 του Τζόζεφ Λόουζι με πρωταγωνιστές την Τζούλι Κρίστυ και τον Άλαν Μπέιτς (και τον Χάρολντ Πίντερ στη διασκευή του σεναρίου) είμαι σίγουρη πως θυμίζει κάτι σε όλους μας —σε εμένα τίποτα. Νομίζω πως ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο μόλις βγήκε στα ελληνικά, ακριβώς για αυτό, τη φαντασία μου την τσίγκλισε το "χαμένο αριστούργημα" κι "ο κριτικός, που έγινε μετά τα πενήντα του συγγραφέας". 

Πρόκειται για μυθιστόρημα εξαιρετικής ομορφιάς, κεντημένο στη γλώσσα και την πλοκή (στα καθ’ ημάς και με μια εξαιρετική μετάφραση από την Τόνια Κοβαλένκο) που χειρίζεται το θέμα της μνήμης, της παιδικής αθωότητας, της ταυτότητας, της σεξουαλικότητας, της κοινωνικής δομής και των τάξεων με βρετανικό φλέγμα, μια δόση πικρίας με χιούμορ.

Ο νεαρός Λίο Κόλστον θα γίνει δεκατριών χρονών αυτό το καλοκαίρι, και φιλοξενείται στην έπαυλη του συμμαθητή του Μάρκους στο Νόρφλοκ. Εκεί, όλοι είναι ανώτερης τάξης, ενώ ο ίδιος δεν είναι, αν και το κρύβει καλά και δεν το καταλαβαίνει καν η οικοδέσποινα. Εκεί, θα γνωρίσει την πανέμορφη εικοσάχρονη Μάριαν, την αδελφή του Μάρκους, που θα τον βγάλει από τη δύσκολη θέση –είναι ντυμένος με ένα βαρύ κοστούμι και δυσφορεί μες στη ζέστη— και θα του αγοράσει ένα καταπράσινο. Η Μάριαν θα του ζητήσει μια χάρη, να πηγαίνει σημειώματα στον γόη αγρότη του διπλανού χωριατόσπιτου, τον Τεντ Μπέρτζες, παρ’ όλο που όλοι ξέρουν πως προορίζεται να παντρευτεί τον ένατο υποκόμη Χιού Τρίμινχαμ, έναν τριαντάχρονο βετεράνο του πολέμου που μοιάζει με τον θεό Ιανό, το μισό του πρόσωπο είναι φυσιολογικό, στο άλλο μισό όμως έχει έναν φρικαλέο τραυματισμό.

Ο Λίο δεν ξέρει καλά τον κόσμο, ούτε αυτού του κοινωνικού στάτους, ούτε και του έρωτα. Φαντάζεται κάποια πράγματα αλλά δεν μπορεί να διανοηθεί τι ακριβώς κάνουν η Μάριαν και ο Τεντ. Κι όταν το ανακαλύψει θα είναι βαρύ το τίμημα. Το μυθιστόρημα χειρίζεται μια ερωτική ιστορία, η Μαριάν προτιμά τον εύρωστο Τεντ  «που δείχνει πιο πολύ ο εαυτός του όσο λιγότερα ρούχα φοράει», από τον άσχημα τραυματισμένο Χιου, σε μια ιστορία που θυμίζει τον "Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι", δίχως τις σεξουαλικές σκηνές. Όμως κυρίως μας μιλά για τον νεαρό Λίο, για το πώς το παρελθόν, ορίζει ένα παρόν που αλλάζει στις αρχές του 1900, και γίνεται τελείως διαφορετικό όσο προχωράει ο αιώνας. Για αυτό εξάλλου στον πρόλογο και στον επίλογο αφηγείται ο εξηνταπεντάχρονος Λίο, που σημαδεύτηκε για πάντα από αυτήν την ιστορία των δεκατριών του χρόνων και ανακαλεί σιγά σιγά τις λεπτομέρειες της, που για χρόνια είχε καταχωνιάσει στη μνήμη του.

Τα λέει όλα η εναρκτήρια φράση. Η μνήμη είναι το θέμα∙ και η ταυτότητα. Αλλά και η έλξη που νιώθει το σώμα για ένα άλλο σώμα, κι η αμηχανία που νιώθει όποιος μεγαλωμένος στο μεταίχμιο των εποχών, δεν μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι σημαντικό: ο τύπος ή το συναίσθημα. Ο Χάρτλεϊ έγραψε ένα βιβλίο που το βάσισε συστηματικά σε αυτοβιογραφικά στοιχεία, κι εκείνος όταν ήταν δεκατριών πήγε επίσκεψη σε έναν φίλο. Κι εκείνος ήταν έτσι μετέωρος, και αμήχανος ως άνθρωπος. Κι επειδή με βάση μια μάλλον μελό ιστορία, κατάφερε να γράψει ένα τόσο σημαντικό βιβλίο, η απόλαυση της ανάγνωσης γίνεται μεγαλύτερη.   

 

                Κατερίνα Μαλακατέ


 

"Ο Μεσάζων", Λ.Π. Χάρτλεϊ, μετ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σ. 420

26/10/20

"Κορίτσι, γυναίκα, άλλο", Bernardine Evaristo



H Μπερναρντίν Εβαρίστο, γεννημένη από μητέρα Αγγλίδα και πατέρα Νιγηριανό, είναι η πρώτη μαύρη γυναίκα που πήρε ποτέ το Booker (το 2019, μισό μισό με τη Μάργκαρετ Άτγουντ για τις "Διαθήκες"). Το «Κορίτσι, γυναίκα, άλλο» είναι ένα βιβλίο χωρίς καθόλου σημεία στίξης, ούτε κεφαλαία γράμματα, κι η πρόζα του σε κάποιες στιγμές ακολουθεί τον ρυθμό της ποίησης. Αν αυτό ακούγεται κουραστικό, δεν είναι, γιατί στην ουσία είναι έτσι δομημένο το βιβλίο που η απουσία τελειών φαίνεται σαν μια φυσική προέκταση της γραφής και της πλοκής. Το βιβλίο είναι εξάλλου ένα πολύ καλό δείγμα του τρόπου που γράφουν οι γυναίκες αν αφεθούν μακριά από τα πρότυπα γραφής των αντρών. 

Η Εβαρίστο χρησιμοποιεί ένα πλέγμα δώδεκα διαφορετικών αφηγήσεων, κάθε μια την αναλαμβάνει άλλη πρωταγωνίστρια. Η ηρωίδα της μιας ιστορίας χώνεται ως δευτερεύων χαρακτήρας στην επόμενη κι έτσι η συνοχή δεν χάνεται πλήρως. Το βιβλίο δεν είναι μια συλλογή διηγημάτων, ούτε όμως κι ένα σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα. Μιλά για θέματα βαθιά, όπως ο ρατσισμός, η θέση της γυναίκας, ο σεξουαλικός προσδιορισμός, το πώς θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή μας, τι ευκαιρίες μας δίνονται, ποιοι είμαστε, πώς καθορίζεται η ταυτότητά μας από τα εξωτερικά ερεθίσματα και τους περιορισμούς. 

Κάπως πιο κεντρική φιγούρα από τις άλλες, η Άμα, είναι μια μαύρη σκηνοθέτρια, λεσβία, που όλη της τη ζωή ανέβαζε έργα εκτός κέντρου, μέχρι που τώρα το πολιτικώς ορθό και ακτιβιστικό της έργο θα παιχθεί στο Εθνικό θέατρο. Μήπως ξεπουλήθηκε; Πιο πολύ από όλες τις άλλες ηρωίδες, μου άρεσε η κόρη της Άμα, η Γιάζ. Πατέρας της Γιάζ είναι ένας γκέι φίλος της Άμα που έδωσε το σπέρμα του, ένας λαμπερός και έξυπνος άνθρωπος, καθηγητής Πανεπιστημίου, ξεπουλημένος ανερυθρίαστα στην τηλεόραση. Οι φίλες της Γιάζ, που ο φεμινισμός της μαμάς της της φαίνεται πια ξεπερασμένος, είναι όλες μαύρες αδελφές. Μέχρι που μια λευκή προερχόμενη από την εργατική τάξη εισχωρεί στην παρέα, και της δείχνει πώς μπορεί να νιώθει εγγύτερα σε αυτή από όσο στην μαύρη, αλλά πάμπλουτη μαυραδελφή. 

Ενδιαφέροντες χαρακτήρες είναι το Μόργκαν, που υιοθετεί μια ουδέτερη στάση ως προς το φύλο του αλλά και η κολλητή της Άμα, η Ντομινίκ, μια πανέμορφη γυναίκα που τα παρατά όλα για να ακολουθήσει μια γυναίκα στην Αμερική κι εκεί ανακαλύπτει πως μπορεί ακόμα κι ο πιο έξυπνος και δυνατός άνθρωπος να πέσει θύμα κακοποίησης. Αλλά κι οι γυναικείοι χαρακτήρες που έχουν πιο συμβατικές ζωές, όπως η Κάρολ που είναι στέλεχος εταιρείας και τα έχει αφήσει όλα αυτά τα σκατά πίσω της, και η καθηγήτρια στο σχολείο Σέρλι που ξεκίνησε με ένα σωρό όνειρα για να καταλήξει τελείως συμβιβασμένη και φοβισμένη. Το βασικό είναι πως όλες αυτές οι ηρωίδες συνθέτουν ένα παζλ που περιλαμβάνει διάφορες εκδοχές της γυναικείας φύσης, χωρίς να φοβάται η συγγραφέας να υψώσει τη φωνή της, να μιλήσει για αυτό που ακόμα συμβαίνει σε σχέση με τη "γυναικεία κατάσταση", χωρίς να ωραιοποιεί, ούτε όμως και να κρύβει τίποτα κάτω από το χαλί. 

Η Εβαρίστο είναι ακτιβίστρια η ίδια, η ιστορία της Άμα έχει άλλωστε πολλά αυτοβιογραφικά της στοιχεία, και μας δείχνει μια νέα μοντέρνα πλευρά του φεμινισμού. Δεν φοβάται πάντως να τσαλακώσει τις ηρωίδες της, δεν τις θεοποιεί ούτε γράφει αντιρατσιστικό και φεμινιστικό μανιφέστο. Ακολουθεί τους χαρακτήρες της— μερικές φορές είναι τόσοι πολλοί που χάνεσαι ποιος είναι ποιος— και τις αγαπάει. Αφήνεται στη χαλαρότητα, τόσο στην πρόζα όσο και στην πλοκή, ακριβώς όπως το γυναικείο μυαλό αρέσκεται να κάνει πολλά πράγματα μαζί. Αυτό κάνει το βιβλίο τόσο μοντέρνο και εθιστικό. Είναι στρατευμένο, αλλά η έννοια της στράτευσης εδώ επανανοηματοδοτείται. Ακόμα κι ο πιο σκληρός πολέμιος της πολιτικής ορθότητας δεν μπορεί να κατηγορήσει την Εβαρίστο για καθωσπρεπισμό και τυπολατρία. Κομίζει όλο αυτό κάτι νέο στη λογοτεχνία; Μένει να το δούμε, αν θα υπάρχουν συνεχιστές, αν κάποιος θα μπορέσει να ακολουθήσει. Πάντως είχα πολύ καιρό να διαβάσω κάτι τόσο φρέσκο, κάτι που θα μείνει στο μυαλό σου, κι έχεις λόγο να το ξαναπιάσεις στο μέλλον. 


                               Κατερίνα Μαλακατέ 


"Κορίτσι, γυναίκα, άλλο",  Bernardine Evaristo, μετ. Ρένα Χατχούτ, εκδ. Gutenberg, 2020, σ. 648 









21/10/20

"Η απατηλή ζωή των ενηλίκων", Elena Ferrante

 




Αγάπησα βαθιά την Έλενα Φέρραντε, από τότε που διάβασα τις Μέρες Εγκατάλειψης (στην έκδοση με το φοβερό εξώφυλλο, της Άγρας). Τότε είχα ξαγρυπνήσει για να τελειώσω το διάβασμα in one sitting (σικ). Επιτέλους μια συγγραφική φωνή που καταλάβαινε τον κυκεώνα της γυναικείας ζωής σήμερα, με τους πολλαπλούς ρόλους και τις πολλαπλές φωνές μες στο κεφάλι μας. 

Ο ενθουσιασμός μου μετριάστηκε με την Τετραλογία, που απόλαυσα πιο πολύ ως σειρά, παρά ως βιβλία. Συνεχίζει πάντως η Φερράντε στο μυαλό μου να είναι μια μαγική φιγούρα, μια συγγραφική περσόνα που κατόρθωσε ό,τι λίγοι έχουν καταφέρει, να κάνει παγκόσμιο μπεστσέλλερ χωρίς να κάνει βασικές εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής ή τα θέματα που πραγματεύεται. Για αυτό και διάβασα την «Απατηλή ζωή των ενηλίκων» μόλις βγήκε. 

Η έφηβη Τζοβάννα ζει σε ένα σπίτι διανοούμενων στην καλή περιοχή της Νάπολης και η ζωή της μοιάζει ειδυλλιακή. Η οικογένεια είναι αγαπημένη και ανοιχτή στη συζήτηση, οικονομικό πρόβλημα δεν υπάρχει, οι δυο κολλητές της είναι κορίτσια της ίδιας τάξης, για την ακρίβεια κόρες των κολλητών των γονιών της. Ώσπου κρυφακούει τον πατέρα της να λέει πως είναι τόσο άσχημη, όσο η αδελφή του η Βιττόρια. Η Βιττόρια, που μένει ακόμα στην κακή περιοχή της Νάπολης, είναι αμόρφωτη και δουλεύει καθαρίστρια, είναι μια μυθική φιγούρα για τη Τζοβάννα, που δεν την έχει συναντήσει ποτέ, και συμβολίζει με κάποιον τρόπο το απόλυτο Κακό, ό,τι δεν θα ήθελαν οι γονείς της να γίνει. Το να την παρομοιάζει ο πατέρας της με αυτή την γυναίκα διαστρεβλώνει εντελώς την εικόνα για την εμφάνιση και το σώμα της και ξυπνά το ενδιαφέρον της για αυτόν τον «άλλο» κόσμο, τον βρώμικο και θλιβερό, στον οποίο μεγάλωσε ο πατέρας της αλλά τελικά άφησε πίσω. Επιμένει και πετυχαίνει να γνωρίσει τη Βιττόρια και μαζί της μια ολόκληρη νοοτροπία. Και διχάζεται, πότε είναι η καθωσπρέπει Τζοβάννα, πότε η πιο άγρια και σκοτεινή Τζαννίνα. 

Στην αρχή το μυθιστόρημα μου τράβηξε το ενδιαφέρον, αν και το θέμα ήταν τετριμμένο πια για Φερράντε, το έχει γράψει και το έχει ξαναγράψει. Πραγματεύεται την εφηβεία, την ενηλικίωση, το ψέμα, την ηθική. Και σκιαγραφεί τον κοινωνικό και οικονομικό διχασμό της Νάπολης, που είναι οικείος σε όλον τον Μεσογειακό Νότο. Όμως οι χαρακτήρες μοιάζουν άψυχοι, το μεγάλο ατού της, η ψυχογράφηση, φαίνεται εδώ να μην είναι στα καλύτερά του. Από κάποια στιγμή και μετά, ίσως μετά τη μέση, γίνεται βασανιστικά φλύαρο. Όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν, έχουν ήδη ειπωθεί, και μοιάζει το κείμενο διεκπεραιωτικό, για να τελειώσουν οι σελίδες. Με αποκορύφωμα, ένα από τα πιο αποκαρδιωτικά και αναληθοφανή τέλη. 

Πιθανώς η απογοήτευσή μου είναι δυσανάλογα μεγάλη. Όλοι οι συγγραφείς δικαιούνται ένα μέτριο βιβλίο. Απλά η Φερράντε για μένα ήταν κάτι σαν προσωπικό μυστικό, μια μεγάλη αποκάλυψη, που ξαφνικά την ανακάλυψε όλος ο κόσμος. Και μετά ξεφούσκωσε. 


                       Κατερίνα Μαλακατέ


Η φωτογραφία από τη σειρά "Η υπέροχη φίλη μου"  


   "Η απατηλή ζωή των ενηλίκων", Έλενα Φερράντε, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη, 2020, σ.429

12/10/20

"Αυτά λοιπόν με τη Σάρα", Pauline Delabroy-Allard

 


Μάλλον απαρατήρητο πέρασε το βιβλίο της Πολίν Ντελαμπρουά-Αλλάρ στην Ελλάδα. Δεν συνέβη το ίδιο στο Παρίσι, όπου το «Αυτά λοιπόν με τη Σάρα» έκανε μεγάλο ντόρο μόλις βγήκε, έγινε αμέσως μπεστ σέλερ και πήρε το βραβείο France Culture/Télérama, ενώ ήταν υποψήφιο και για το International Booker 2020. Πράγμα ομολογουμένως εντυπωσιακό για πρωτόλειο.

Το μυθιστόρημα περιγράφει το ερωτικό πάθος δυο γυναικών, της αφηγήτριας, μιας καθηγήτριας που είναι μαμά ενός μικρού παιδιού κι έχει μια σχετικά τακτοποιημένη ζωή, με τη δουλειά και τον φίλο της, και της Σάρας, μιας παθιασμένης βιολονίστριας που δεν βάζει όρια στην καθημερινότητα. Η σχέση των δύο τους μοιάζει να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, τις επηρεάζει και τις δυο, σε βαθμό που είναι αδύνατο να ζήσει η μια χωρίς την άλλη. Η Αλλάρ έχει μεγάλη ικανότητα να φτιάχνει εικόνες, που μένουν στο μυαλό του αναγνώστη.

Στέκεται όρθια από πάνω μου, με τα στήθη της γυμνά και περήφανα, όμορφη, τραγικά όμορφη. Ο χρόνος διαστέλλεται, σχεδόν σταματάει. Όλα γίνονται αργά και μακρόσυρτα. Η καρδιά μου σφυροκοπάει στο στήθος μου, τις φλέβες μου, τα μηνίγγια μου. Γονατιστή δίπλα μου, θα ‘λεγες πως είναι ένα εικόνισμα, μια θρησκευτική εικόνα. Προς στιγμήν, θα νόμιζε κανείς ότι προσεύχεται. Δεν με αγγίζει. Με χαϊδεύει με το βλέμμα. Μια στιγμή χάριτος. Μια στιγμή ιερή. Σιωπή. Έπειτα με κοιτάζει στα μάτια και χώνει τα δάχτυλά της μέσα μου, βαθιά, πολύ βαθιά, τόσο βαθιά που το κεφάλι μου γυρίζει, τα βλέφαρά μου κλείνουν. Φυσάει τα τσίνορά μου, το στόμα της είναι πολύ κοντά στο δικό μου. Μουρμουρίζει ερωτόλογα που με διαπερνούν. Τα δάχτυλά της προχωρούν βαθιά, χάνονται μέσα μου, παίζει στο βάθος της κοιλιάς μου μια μουσική που με τρελαίνει. Κάνει το κορμί μου να σπαρταράει, τα νεφρά μου να αναπηδούν, δεν σταματάει καθόλου. Πηγαίνει ολοένα πιο βαθιά, ολοένα πιο γρήγορα, τόσο όμορφα που δεν είμαι πια παρά μια πάνινη κούκλα, μια μαριονέττα.

Η ιστορία τους μοιάζει αρχετυπική, η μία προσγειωμένη, η άλλη αέρινη και υπερβατική, κι οι δυο διατεθειμένες να τα δώσουν όλα∙ δεν έχει να κάνει με το φύλο. Αλλά φυσικά έχει να κάνει με το φύλο. Οι σχέσεις ανάμεσα σε δυο γυναίκες είναι διαφορετικές, από ότι ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Αυτό, το πόσο διαφορετικός αλλά και ίδιος είναι ο ομόφυλος έρωτας, κάνει το βιβλίο τόσο ενδιαφέρον. Οι γυναίκες δεν μοιάζουν με τους άντρες, οι έρωτες δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Όμως υπάρχει κοινός τόπος στο ανθρώπινο πάθος.

Είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρεις τη μέθεξη της λαγνείας στη λογοτεχνία. Η Αλλάρ το κατορθώνει με τρόπο μοναδικό, σπάζοντας μερικές φορές τις συμβάσεις της αφήγησης, αφήνοντας τις ηρωίδες της γυμνές μπροστά στα μάτια μας. Ο έρωτας τους είναι καταστροφικός, κανένα πάθος τέτοιου μεγέθους δεν μπορεί να σταθεί για πάντα. Και οι δυο φτάνουν στα όρια. Κι αν αυτό μοιάζει κάπως τετριμμένο λογοτεχνικό θέμα, ο χειρισμός του δεν είναι. Πρόκειται για ένα μικρό βιβλίο, πιθανά στα όρια της νουβέλας, που όμως δεν μπορείς να παρατήσεις πριν το τελειώσεις. Όποιος έχει ερωτευτεί, καταλαβαίνει το παράλογο του πράγματος. Αυτό καταφέρνει να περιγράψει η Αλλάρ∙ και δεν είναι και λίγο.



                                                                Κατερίνα Μαλακατέ


"Αυτά λοιπόν με τη Σάρα",  Pauline Delabroy-Allard, μετ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2020, σ.208