30/3/12

"Πίσω από την πόρτα"




Πίσω από την πόρτα, υπάρχει ένα παράθυρο. Αυτά είναι γελοιότητες. Ένα-δυο ένα. Πίσω από την πόρτα, αν ποτέ ανοίξει, υπάρχει η ζωή μου. Δεν την διάλεξα, μην ρωτήσετε αν τη διάλεξα, γιατί θα έπρεπε τόσες αιώνες ανθρωπότητα να σας είχαν μάθει πως δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα. Πάντοτε ζήσαμε όπως τα βρήκαμε. Πίσω από την πόρτα είναι η ζωή μου.

            Ανέβηκε με κόπο στην ταχεία λωρίδα κυκλοφορίας, κάτι τέτοιες ώρες πρωινές η διαδρομή για τη δουλειά τής έφερνε ναυτία, ένας λόγος παραπάνω αυτόν τον καιρό. Κοίταξε γύρω της, οι άνθρωποι ή είχαν συνηθίσει την ταχύτητα ή δεν είχαν άλλη επιλογή. «Καλύτερα τώρα, παρά τότε που σπρωχνόμασταν», έλεγε ο πατέρας. «Τώρα ανεβαίνεις σε μια λωρίδα μηχανοκίνητη και σε πάει όπου θες, σε όποια ταχύτητα θες». «Ναι, αλλά προκαθορισμένη ταχύτητα, λείπουν οι ενδιάμεσες επιλογές», του έλεγε κι αυτός κούναγε το κεφάλι με αγανάκτηση.

            Με δυσκολία κατάφερε να πηδήξει στην πόρτα του μεγάλου γυάλινου ουρανοξύστη. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, κι όμως ακόμα να συνηθίσει το ύψος των κτηρίων. Γαμημένη Ελλάδα, πάντοτε στο αίμα του μετανάστη της όγδοης γενεάς, και τα τρισέγγονά της θα νοσταλγούσαν την ανύπαρκτη πατρίδα. Δεν τα καταλάβαινε τα πολιτικά, ούτε ήθελε να τα καταλάβει, τρεις δεκαετίες εμφύλιου όμως ήταν πολλές ακόμα και για χώρα Αφρικανική. «Καλά που ο πατέρας την έκανε νωρίς, στις αρχές του 2020.»

            Της φαινόταν τόσο μακρινή αυτή η ημερομηνία, σαν μια άλλη ζωή. Ήταν μια άλλη ζωή, μιας και δεν την είχε ζήσει. Γάμησε με, σκέφτηκε στα ελληνικά, μια πατρίδα ανύπαρκτη. Γάμησε με κι άλλο, λες και δεν έχω αρκετά στο κεφάλι μου για να αισθάνομαι και ξεριζωμένη, γαμώ την πουτάνα μου. Μπήκε στο γραφείο σκεφτική, αμέσως όλοι άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν μόλις την είδαν. Ήταν τριάντα κι ακόμα δεν είχε διαλέξει σύντροφο, αυτό ήταν σκάνδαλο. Δεν είχε μπει στον κόπο να πάει στον Υπολογιστή παρά δυο τρεις φορές. Ήξερε τι ψιθυριζόταν πίσω από την πλάτη της, πως ήταν Παρθένα. Αλλά δεν ήταν, σιχαινόταν τη συντηρητική κάστα τους, την απολυτότητα της παρθενίας τους, λες κι ήταν ο υμένας τους το σημάδι του θεού επί της γης. Είχε χάσει την παρθενιά της χρόνια τώρα, αν και ο Παρθενικός Υμένας δεν ήταν προϋπόθεση για να μπεις στις Παρθένες. Η σκέψη την έκανε να χαμογελάσει, όπως κάθε πρωί, και φάνηκαν τα δόντια της, κάπως αλογίσια. Η βοηθός της την καλημέρισε, θα ήταν μια δύσκολη μέρα.

            Ζε πενάς, ζε πενάει, ατό, ατό το αεροπανάκι δεν πενάει, πέφτει, πέφτει, πέφτει. Πίσω από την πόρτα είναι ένα παράθυρο, αν το ανοίξεις θα μπει το φως του ήλιου και θα καείς. Πίσω από την πόρτα σιγοβράζει μια ατελείωτη καζάνα με ανθρώπους. Τα παίρνουν μακριά.

            Ο καφές της φάνηκε πικρός, σχεδόν θέλησε να κάνει εμετό, αλλά αντιστάθηκε. Δε μπορούσε να δώσει ούτε μια αφορμή για σούσουρο μέχρι να αποφασίσει τί θα κάνει. Αν γεννούσε αυτό το παιδί, πέρα από τη σιλουέτα της, που φτιάχνονταν εύκολα, δεν είχε τίποτα να χάσει. Το στάτους της μητέρας που γέννησε ένα παιδί εκτός γάμου θα την εξύψωνε στη δουλειά, το μωρό θα το έβλεπε λίγες ώρες, όπως όλες οι μανάδες, θα το αγκάλιαζε, θα το κανάκευε, το μεγάλωμα θα το αναλάμβαναν  άλλοι.  Δεν μπορούσε να καταλάβει τί την εμπόδιζε. Χώθηκε στους ώμους της και στις προσφορές για να μην το σκέφτεται, θα το σκεφτόταν το βράδυ στο σπίτι. Ίσως να ήταν αναγκασμένη να ξαναπάει στον Υπολογιστή, να υποστεί μια ακόμα ήττα. Μα πιθανότατα ούτε αυτό θα ήταν αναγκαίο, μια ανύπαντρη μητέρα είχε τις καλύτερες προοπτικές ανέλιξης, πολύ γκλάμορους. Μπήκε στην τουαλέτα κι έβγαλε τα άντερά της, με προσεκτικές κινήσεις σκούπισε όλα τα σημάδια, χαμογέλασε στην ιδέα πως η μαμά της πέρασε μια ολόκληρη ζωή σαν καθαρίστρια για να μπορεί εκείνη να τώρα να στέκεται σε αυτόν τον πύργο και να διατάζει. Είχε να δει καιρό τους δικούς της και της έλειπαν τα ελληνικά. Δεν είχε νέα και από την πατρίδα.

            Το βράδυ έφαγε κάτι ελαφρύ και κάθισε στο κρεβάτι με τον αναγνώστη της. Την κορόιδευαν για αυτόν τον αναγνώστη γιατί τον είχε τουλάχιστον μια δεκαετία και σχεδόν δεν έβρισκες πια ανανεώσεις για το λειτουργικό του, όμως ήθελε να διαβάζει τα βιβλία της από τις φθαρμένες του εκδόσεις, δεν ήθελε να πάρει καινούργιο. Χάιδεψε την φωτιζόμενη οθόνη του, την αγαπούσε τη βιβλιοθήκη της κι ας επέμεναν όλοι πως ένα ξεσκαρτάρισμα που και που δεν έκανε κακό. Μια έκτρωση θα φαινόταν χάλια στο βιογραφικό της, κάπως σαν επαγγελματική αυτοκτονία.

            Ξύπνησε ζαλισμένη από τα αναισθητικά. Δίπλα της είχαν βάλει μια κούνια με ένα ανθρώπινο πλάσμα βία τρία κιλά. Ανασηκώθηκε για να το κοιτάξει, να δει τί θα νιώσει. Δεν ένιωσε τίποτα και ανακουφίστηκε. Άπλωσε το χέρι της προς το μικρό γυάλινο πυρέξ και το μικρό άνοιξε τα μάτια του. «Είναι ένα χαριτωμένο γατάκι», σκέφτηκε. Είναι μόνον ένα χαριτωμένο ζωάκι που μόλις γεννήθηκε, αβοήθητο. Σηκώθηκε με κάποιο κόπο και το πήρε αγκαλιά. Το πλάσμα άνοιξε τα ματάκια του κι έπειτα τα έκλεισε. Το έβαλε πάνω της και μισοξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι. Ευτυχώς που ήταν νύχτα και κανένας δε θα την έβλεπε, σήκωσε τη μπλούζα της και το μωράκι αχόρταγα ξεκίνησε να θηλάζει. 



29/3/12

Να ζήσεις "Διαβάζοντας" και χρόνια πολλά....






Σήμερα το blog κλείνει τα τρία χρόνια και μπαίνει στα τέσσερα. Όταν το ξεκίνησα δε μπορούσα να φανταστώ πόσο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου θα γινόταν, πόσο θα μου έλειπε όταν δεν ασχολούμουν μαζί του, ούτε ίσως πως θα το διατηρούσα για τόσον καιρό. Από την άλλη το χρονικό διάστημα μου φαίνεται λίγο, νιώθω σα να γράφω για τα βιβλία εδώ μια ολόκληρη ζωή. Τόσο που βλέπω βιβλία στη βιβλιοθήκη μου και είμαι σίγουρη πως έχω γράψει κάτι για αυτά, αλλά….όχι, δεν, ήταν στην προ-blog εποχή.

            Όταν άνοιξα αυτόν τον χώρο η μόνη υποχρέωση που είχα ήταν η δουλειά και το σπιτάκι μας, δυο μήνες μετά έμεινα έγκυος, γέννησα, τώρα έχω ένα σκιουράκι 25 μηνών. Δεν ξέρω  αν στο μυαλό μου ταυτίστηκαν τα δυο κι αγαπώ τόσο αυτό το κομμάτι του διαδικτύου ή πάλι μήπως η εμμονή μου να γράφω εδώ παρά τα «κοσμοϊστορικά» που μου συνέβαιναν έχει να κάνει απλά με το βιβλιοφιλικό μου βίτσιο.

            Ένα είναι σίγουρο, πως οι αναγνωστικοί μου ορίζοντες άνοιξαν συζητώντας και με άλλους που αγαπούν τα βιβλία, τα διαβάσματά μου καθάρισαν εν πολλοίς από τα άχρηστα και περιττά, γνώρισα κόσμο που αγαπά κι ενδιαφέρεται, το ηθικό μου αναπτερώθηκε. Το ξέρω πως ακούγεται γελοίο, αλλά για μένα το διάβασμα έχει πρωταρχική σημασία, είναι η βασική μου διασκέδαση, ο τρόπος μου να ξεδίνω, να μαθαίνω, να ανοίγομαι. Και μέσα από το blog παίρνω ρυθμό. Όχι γιατί θα μου λείψει η ανάρτηση, θα πέσει η επισκεψιμότητα ή οτιδήποτε άλλο ανταγωνιστικό, μα γιατί κι ένα ακόμα ενδιαφέρον βιβλίο με περιμένει στη γωνία. Κι αυτή η αίσθηση του ερασιτεχνισμού είναι αναζωογονητική.

            Καλά μας αναγνώσματα.


27/3/12

"2666", Roberto Bolano - μέρος 3o


Ο Φέητ, ο μαύρος Αμερικανός ρεπόρτερ που καταφτάνει στη Σάντα Τερέσα για να καλύψει έναν αγώνα μποξ, ενώ δεν είναι αθλητικός ανταποκριτής, είναι ένας πολύ πιο ενδιαφέρον λογοτεχνικός ήρωας από τον στατικό Αμαλφιτάνο. Ο Φέητ φτάνει στην πόλη χωρίς να έχει ακούσει τίποτα για τους φόνους γυναικών που συμβαίνουν πολλά χρόνια και μπορεί να ξεπερνούν τους διακόσιους. Όμως στην πορεία του μέσα στο σινάφι των άλλων συντακτών που μαζεύτηκαν εκεί για τον αγώνα, ακούει και μαθαίνει, ενδιαφέρεται, τελικά καταλήγει με τους Μεξικανούς κι όχι με τους Αμερικάνους συναδέλφους του, γνωρίζει ένα σωρό ανθρώπους και μια πολύ όμορφη νεαρή, την Ρόζα Αμαλφιτάνο. Ίσως όπως υποδηλώνει και το όνομά του να αποτελέσει το πεπρωμένο της.

Τέσσερεις σταθερές διατρέχουν τα τρία μέρη του βιβλίου, η πόλη, οι φόνοι, το κρεμασμένο βιβλίο, οι Αμαλφιτάνο. Κατά τα άλλα η ανάγνωση πεντακόσιες σελίδες μετά συνεχίζεται κι έχει αρχίσει να αχνοφαίνεται προς τα πού πηγαίνει το πράγμα, πως όλο αυτό θα φτάσει στο total μυθιστόρημα που υπόσχονται οι κριτικές. Μέχρι και μια ιδέα για το τί σημαίνει ο τίτλος έχω.


"2666" , Roberto Bolaño, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ.Άγρα, 2011, σελ.1166


23/3/12

"2666", Roberto Bolano - μέρος 2ο




Μετά λύπης μου πρέπει να σας ενημερώσω πως είχε δίκιο ο εκδότης, το δεύτερο μέρος δεν στέκεται με τίποτα ως αυτόνομο κείμενο που θα μπορούσε να αποτελέσει βιβλίο. Περιμένω με αγωνία τη σύνδεσή του με τα επόμενα, γιατί η χαλαρή σχέση του με τα προηγούμενα είναι κάπως απογοητευτική.

Στο πρώτο μέρος οι καθηγητές στην αναζήτησή τους για τον Αρτσιμπόλντι φτάνουν ως το Μεξικό όπου ένας καθεστωτικός συγγραφέας ισχυρίζεται πως τον είδε. Στην έρευνα τους βοηθά ένας μεταφραστής του Αρτσιμπόλντι που βρίσκεται στην μικρή πόλη Σάντα Τερέσα ως καθηγητής, ο Αμαλφιτάνο. Σε αυτό το δεύτερο μέρος λοιπόν ακολουθούμε την ιστορία ζωής του Αμαλφιτάνο και της κόρης του, κάθε κουβέντα για τον Αρτσιμπόλντι παύει, οι καθηγητές- ήρωες του πρώτου μέρους δεν υπάρχουν ούτε ως νύξη. Αυτό είναι το καλό κομμάτι γιατί εξάπτει την περιέργεια για το τί θα γίνει παρακάτω. Ο ίδιος ο Αμαλφιτάνο όμως μου φαίνεται κάπως αδύναμος σαν λογοτεχνικός ήρωας που θα κρατήσει πάνω του την πλοκή ολόκληρου βιβλίου-κεφαλαίου και για αυτό σαν να πλατειάζει το κείμενο εδώ, γίνεται απλά μια βιβλιοφιλική αναφορά.

Σε γενικές γραμμές το μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου κουραστικό, το αντίθετο μάλιστα, έχει μια τάση να ρέει η γραφή τόσο που δεν καταλαβαίνεις πως πέρασαν τόσες σελίδες κι ας είναι ο λόγος μεστός, γεμάτος αναφορές και κρυμμένα μονοπάτια και κομμάτια που σε κάνουν να το αφήνεις για λίγο στην άκρη για να σκεφτείς. Κι επειδή υπάρχει ακόμα δρόμος για την ανάγνωσή μου ελπίζω έτσι να συνεχίσει.

"2666" , Roberto Bolaño, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ.Άγρα, 2011, σελ.1166



  

21/3/12

"2666", Roberto Bolano - μέρος 1ο

         


          Ξεκίνησα το «2666» δίχως προσδοκίες, δεν έχω διαβάσει καμία κριτική πουθενά για το βιβλίο, απέφυγα συνειδητά την όποια συζήτηση, στην αρχή του έτους δεν ήθελα καν να το διαβάσω. Τώρα, που έχω τελειώσει το πρώτο από τα πέντε μέρη, νιώθω γοητευμένη. Ο Μπολάνιο είναι από τους Λατινοαμερικάνους που γράφουν δίχως φανφάρες, ξέρουν όμως να πουν μια καλή ιστορία. 

         Ήρωες σε αυτό το μέρος είναι τέσσερις καθηγητές Γερμανικής φιλολογίας, ένας Ιταλός, ένας Γάλλος, ένας Ισπανός κι μια Αγγλίδα που λατρεύουν έναν παραγνωρισμένο συγγραφέα, τον Μπένο φον Αρτσιμπόλντι, που κανένας δεν έχει δει εδώ και χρόνια. Γνωρίζονται σε ένα συνέδριο κι έκτοτε συναντώνται σε διάφορες διαλέξεις για το είδωλό τους, προσπαθούν να τον βρουν, αυτόν ή έστω ένα ίχνος του, και στην πορεία οι ζωές τους μπλέκουν σεξουαλικά και ερωτικά ως εκεί που δεν παίρνει. 

         Η ιστορία τους είναι συναρπαστική, οι χαρακτήρες συνεχώς ελίσσονται, αν και το τέλος είναι κάπως αναμενόμενο. Περιμένω με αγωνία να δω πως θα μπλεχτεί με τα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου ο μύθος. Στην εισαγωγή του βιβλίου μαθαίνουμε πως ο ίδιος ο Μπολάνιο ήθελε να το εκδώσει σαν πέντε διαφορετικά βιβλία, συνέχεια το ένα του άλλου, όμως ο εκδότης του αποφάσισε μετά το θάνατό του να το βγάλει ολόκληρο. Θα δείξει αν αυτή ήταν μια σοφή επιλογή.

"2666" , Roberto Bolaño, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ.Άγρα, 2011, σελ.1166