30/8/12

"Μικρό ημερολόγιο συνόρων», Γκασμέντ Καπλάνι




Άρχισα να διαβάζω το «Μικρό ημερολόγιο συνόρων» χωρίς ψευδαισθήσεις, φανταζόμουν για τι θα μιλά το κείμενο, ίσως και να ήξερα πάνω κάτω τι λέει, γιατί αν και στο γενεαλογικό μου δέντρο δεν περιλαμβάνεται με ισχυρό τρόπο η μετανάστευση, τη σκέφτομαι συχνά, ως κατάσταση, ως τρόπο να δοκιμάσει κανείς τις σταθερές της ανθρώπινης φύσης. Παρ’ όλα αυτά δυο-τρεις σκέψεις του Καπλάνι με γοητεύσαν γιατί δεν τις είχα σκεφτεί ή γιατί τις είχα καταλάβει ανάποδα, ούσα έξω από το χορό.
Το βιβλίο φλερτάρει με τα όρια του χρονογραφήματος και του μυθιστορήματος, ακολουθούμε δυο διαφορετικές αφηγηματικές φωνές, η μια εντός, η άλλη εκτός των συνόρων, που ανήκουν στον ίδιο άνθρωπο, ίσως να ανήκουν απλά στο μετανάστη. Έχει μια νηφαλιότητα η γραφή του, μια αίσθηση πως αφηγείται αυτό που συνέβη με όρους αντικειμενικούς, αν και φυσικά δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο σε μια μαρτυρία. Ο Καπλάνι δεν κραυγάζει, κρατά όλα όσα τον πλήγωσαν για τους ψιθύρους, και μιλά με την κανονική φωνή του όταν μιλά για τη ζωή του.
            Στο βιβλίο περιλαμβάνονται σκέψεις για το πώς νιώθει ο μετανάστης – σα δέντρο που οι ρίζες του χώνονται όλο και βαθύτερα στην καινούργια πατρίδα, ενώ τα φύλλα του λαχταρούν την παλιά (τι παράξενη ιδέα, πάντα φανταζόμουν το αντίθετο), για το ότι ο βασικός πάσχων από ξενοφοβία είναι ο φτωχός που κάθεται μαζί σου στην ουρά του ΙΚΑ, βλέπει πολλή τηλεόραση και φοβάται μην πάρεις την δουλειά του παιδιού του, κι όχι ο βολεμένος κι ίσως σπουδαγμένος πλούσιος που διαβάζει κι ένα βιβλίο παραπάνω. Και άλλες, όπως πώς είναι  να είσαι Αλβανός, με σπαστά ελληνικά, που λαχταρά να γυρίσει, αλλά το παιδί σου να είναι Έλληνας, να νιώθει πατρίδα την Ελλάδα, να μην έχει λόγο να θυμάται. Και φυσικά για την ίδια την Αλβανία, τον «κομμουνιστικό παράδεισο» που ανέφεραν τα βιβλία της γυμνασιακής μας ηλικίας (ναι, ναι, εγώ έχω δώσει κι εξετάσεις με ΑΥΤΟ το βιβλίο Γεωγραφίας), τον τρόμο του να νιώθεις πως όλοι και όλα σε παρακολουθούν, τη λαχτάρα για ένα ιδανικό κόσμο έξω από τα σύνορα που μετατρέπεται σε εφιάλτη όσο το ζεις. Τις ψευδαισθήσεις. Δεν νομίζω πως κανένας ξεκινά να ξενιτευτεί χωρίς μια ρομαντική, δονκιχωτική αφέλεια, όσα κι αν νομίζει ότι ξέρει. Πόσο μάλλον όταν δεν ξέρει, όπως οι Αλβανοί που ήρθαν στην Ελλάδα το 1991. Οι επόμενοι κάτι ήξεραν.
            Με λίγα λόγια το μυθιστόρημα του Γκασμέντ Καπλάνι αξίζει να διαβαστεί από κάθε Έλληνα. Όχι γιατί «κι εμείς πήγαμε μετανάστες στη Γερμανία»,-δηλαδή οι Γερμανοί που δεν πήγαν πουθενά δικαιούνται να είναι ξενόφοβοι ;- αλλά για να κατανοήσουμε την ανθρώπινη φύση, την έννοια του ξεριζωμού, τη λαχτάρα και την προσδοκία, να καταλάβουμε πώς εξαρτόμαστε από το κοινωνικό γίγνεσθαι, από την τυχαιότητα της γέννησης σε έναν συγκεκριμένο τόπο κι έναν συγκεκριμένο χρόνο. Την αδικία.  

«Μικρό ημερολόγιο συνόρων», Γκασμέντ Καπλάνι, εκδ. Λιβάνη, 2006, σελ.187

28/8/12

Μια anorexia nevrosa




Λοιπόν σήμερα που έγινα αισίως 34 ετών και συνεχίζω ακάθεκτη για τα 35,  θα σας μιλήσω για ένα θέμα που απασχολεί όλες τις γυναίκες σχεδόν, από τότε που είναι μικρά κοριτσάκια ως τη μεγάλη τους ηλικία∙ τις διατροφικές διαταραχές. Δεν έχω γνωρίσει ως τώρα παρά ελάχιστες γυναίκες που να μην έχουν κάποια ψυχολογικά θέματα με το φαγητό.  Αν ρωτήσετε εμένα, έχω φλερτάρει με την ανορεξία, έπασχα αρκετά χρόνια από υπερφαγία, και νομίζω πως τις βουλιμικές κρίσεις δεν θα τις ξεπεράσω ποτέ, αν και με τα χρόνια γίνονται σπανιότερες και με λιγότερες «ποινές» για το κρίμα μου.
            Ήμουν στρουμπουλό παιδάκι αλλά όχι παχύσαρκο, την πρώτη μου δίαιτα την έκανα στα 8, τη δεύτερη στα 12, την τρίτη στα 15, την τέταρτη στα 18 και ούτω καθ’ εξής. Κάθε φορά έχανα γύρω στα 10 κιλά για να τα πάρω στην τριετία που ακολουθούσε και να αρχίσει πάλι ο κύκλος. Πάνω στην εφηβεία- το bullying στο σχολείο δε βοηθούσε- πέρασα μια βαθιά καταθλιπτική περίοδο, ένα καλοκαίρι που δεν έβγαινα από το σπίτι, που έλιωσα ένα στατικό ποδήλατο και το έκανα να βγάζει μπίλιες κι έκτοτε ο δείκτης μάζας του σώματός μου δεν πέρασε ποτέ τα όρια του κανονικού ούτε προς τα πάνω ούτε προς τα κάτω. Κανείς θα φανταζόταν πως η περιπέτεια μου με το φαγητό είχε τελειώσει. Κι όμως μέσα στα πλαίσια της «κανονικότητάς» μου, η μάχη είχε αρχίσει.
            Όχι δεν έγινα ποτέ καχεκτικά ανορεξική, αλλά πέρασα πολλές μέρες από τη ζωή μου τρώγοντας μισό τοστ για μεσημεριανό και 2 φύλλα μαρούλι για βραδινό. Ευτυχώς δεν κράτησε αυτή η περίοδος για πάνω από δυο χρόνια. Μετά πέρασα στη βουλιμία, προσεγμένη διατροφή, εναλλασσόμενη με μέρες που έτρωγα ό,τι είχε το ψυγείο, αλμυρά με γλυκά μαζί, κρύα ζεστά, σε ποσότητες. Και μετά τιμωρία – xenical και γυμναστική μέχρι τελικής πτώσης. Για λίγο ηρέμησα εκεί πριν τα τριάντα, βρήκα μια ισορροπία σχετική, φρόντισα το κορμί μου συστηματικά με κανονική διατροφή και κανονική γυμναστική. Έπειτα έμεινα έγκυος κι έπαθα διαβήτη. Πρόσεχα σα δαιμονισμένη, έβαλα μόνο δέκα κιλά, το παιδί μου γεννήθηκε υγιέστατο, ξαναγύρισα στα προ εγκυμοσύνης κιλά στις σαράντα μέρες από τη γέννα. Και μετά αφέθηκα να τρώω ό,τι βρω, πολλές ποσότητες, υπερφαγία για να καλύψει την ψυχολογία μου, έβαλα 7 κιλά σε 2 χρόνια, έγινα επισήμως διαβητική.
 Μου πήρε 2 χρόνια να το παραδεχτώ στον εαυτό μου, να γυρέψω θεραπεία, να ξεκινήσω τις ενέσεις, να χάσω τα κιλά, να βρεθώ σε μια σχετική ισορροπία και πάλι. Αν ο μέσος όρος ζωής των γυναικών είναι κοντά στα εβδομήντα χρόνια και κάτι μάλλον έχω διανύσει τη  μισή ζωή μου σκεπτόμενη την επόμενη μπουκιά μου και την ένδειξη της ζυγαριάς. Και τιμωρήθηκα για αυτό, ο διαβητικός είναι ο μόνος που και επισήμως πρέπει να σκέφτεται συνεχώς το επόμενο του γεύμα. Το πρόβλημά μου είναι πως δεν είμαι η μόνη, είμαι μαζί με χιλιάδες εκατομμύρια γυναίκες στον Δυτικό κόσμο που παλεύουν μαζί μου, που είναι συνεχώς σε δίαιτα, που είναι «κανονικές» αλλά μισούν το είδωλό τους στον καθρέφτη. Και να σας πω το χειρότερο, όταν ξεκίνησα το ενέσιμο φάρμακο για το διαβήτη μου, τη victoza, η μισή μου χαρά ήταν πως υπήρχαν μελέτες που έλεγαν πως βοηθούσε να χάσεις κιλά. Γιατί οι ασθένειες του μυαλού είναι πάντα πολύ ισχυρότερες από όλου του υπόλοιπου σώματος.

26/8/12

3ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός "ΛόγωΤέχνης"

         


          Όπως θα θυμάστε - καλά τώρα μην υπερβάλλουμε- στον 2ο Διαγωνισμό, τον περσινό, πήρα το 3ο βραβείο στον διαδικτυακό διαγωνισμό διηγήματος "ΛόγωΤέχνης" με το διήγημα "Blog post". Φέτος διοργανώνεται ο αντίστοιχος 3ος διαγωνισμός, κι όσοι πιστοί προσέλθετε....

"Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία προώθησης πολιτισμού ARTSPOT προκηρύσσει τον 3ο Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό Διηγήματος «ΛογωΤέχνης 2012», με την υποστήριξη των Εκδόσεων ΚΑΛΕΝΤΗ. Ως ημερομηνία έναρξης του Διαγωνισμού ορίζεται η 15η Ιουλίου 2012 και ως ημερομηνία λήξης η 15η Σεπτεμβρίου 2012. Κάθε συμμετοχή, που θα σταλεί εκτός των χρονικών πλαισίων θα θεωρείται εκπρόθεσμη και δεν θα γίνεται δεκτή. Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους τις ακόλουθες έντεκα συγκεκριμένες λέξεις (σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό):Θάλασσα, χελιδόνι, άμμος, κουτί, τριαντάφυλλο, χώμα, ρoλόι, ησυχία, σελίδα, αέρας, γάλα. Πρόκειται για έντεκα λέξεις που επιθυμούν να γίνουν ένα διήγημα, ενώ είναι πολλά. Κλειδάκια μαγικά για τον εαυτό μας τον άγνωστο, ένα αίνιγμα που θα μας το λύσει το ίδιο μας το κείμενο στο τέλος. Η Κριτική Επιτροπή θα αξιολογήσει την πρωτοτυπία, το λογοτεχνικό ύφος, την πλοκή, την δομή, τη σκιαγράφηση των ηρώων και την δημιουργική σύνθεση ιστοριών που συμπεριλαμβάνουν τις έντεκα παραπάνω λέξεις. Τα διηγήματα δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε έκταση τις 1.000 λέξεις. Η Κριτική Επιτροπή είναι πενταμελής και αποτελείται από καταξιωμένους συγγραφείς και έναν εκπρόσωπο του φορέα διοργάνωσης Artspot. (Ελένη Γκίκα, Κώστας Μουρσελάς, Γιάννης Ξανθούλης, Χρήστος Οικονόμου, Γιάννης Φαρσάρης)"


Υ..Γ. Ακόμα πάντως περιμένουμε την έκδοση του e-book για το 2011, πρέπει να σας προειδοποιήσω.....

25/8/12

Ο Μίλτος Πασχαλίδης στο Άλσος Βεΐκου




Την Πέμπτη το βράδυ ανηφορίσαμε στο Άλσος Βεΐκου - δεν είχα ξαναπάει και μάλλον κακώς, πρόκειται για ένα χώρο καταπράσινο που θα λάτρευε ο σκιου-  για να δούμε (και να ακούσουμε κυρίως) τη «μοναδική για φέτος στην Αθήνα» συναυλία του Μίλτου Πασχαλίδη. Είχα να πάω σε ανοιχτή συναυλία 2-3 χρόνια και σε παράσταση του Μίλτου καμιά 5ετία. Η τελευταία που είχα παρακολουθήσει περιελάμβανε έναν άκεφο Πασχαλίδη, σε κλειστό χώρο, που έγινε λιώμα από τα δυο πρώτα τραγούδια και δε θυμόταν τους στίχους και όπου το ποτό- μπόμπα σκέτο είχε 20 ευρώ το άτομο. Εκεί ήταν που υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην ξαναπατήσω σε κλειστή «μουσική σκηνή» κι ας ψοφούσε σύσσωμο το έντεχνο ελληνικό τραγούδι (ή μήπως ήταν στο Ζυγό την ίδια χρονιά, δεν μπορώ να αποφασίσω….)
            Λοιπόν το θεατράκι στο Βείκου ήταν κατάμεστο, απρόσμενα τόσο – μας έκανε να θυμόμαστε με την ξαδέλφη μου μια αντίστοιχη συναυλία στο μικρό θέατρο Βράχων το 1997 όπου ήμασταν εμείς, η παρέα του και η οικογένειά του (με τον Μίλτο να φωνάζει «γεια σου θείε» κι άλλα τέτοια ευτράπελα) και να χασκογελάμε σαν κοριτσούδια για την αλλαγή του σκηνικού- και ο Μίλτος ήταν σε διαβολεμένο κέφι. Η συναυλία είχε πρόγραμμα, που υποψιάζομαι πως το τήρησε, εναλλαγές, αγαπημένα τραγούδια πειραγμένα ως το κόκκαλο, μια ροκ εκδοχή της Ιθάκης, ένα ποτ πουρί εμπνευσμένο, τα 2 σουξέ του Μίλτου (δικά του τα λόγια), τις ντομάτες του κυρ-Αντώνη, και μουσικούς που φαινόταν να ξέρουν καλά μουσική- αυτό σε ελληνική έντεχνη συναυλία μερικές φορές δεν είναι τόσο αυτονόητο όσο ακούγεται. Ξελαρυγγιαστήκαμε στον Ακροβάτη, συγκινηθήκαμε στον Ερωτόκριτο ακαπέλα, τραγουδήσαμε αγκαλιά, και φύγαμε σιγοτραγουδώντας «Δεν είναι εδώ Βαλκάνια σου το ‘πα, εδώ είναι παίξε γέλασε και σώπα».



Υ.Γ. Φυσικά το τραγούδι το λένε "Πηνελόπη", αλλά εγώ πάντα το έλεγα "Ιθάκη". Αυτή η εκδοχή του μοιάζει λιγάκι με αυτό που ακούσαμε την Πέμπτη το βράδυ.
 Υ.Γ. 2 Άμα με δείτε με σορτς που να του κρέμονται οι τσέπες ως το γόνατο, να μου το πείτε να το βγάλω, είναι εντελώς ασεξουαλικό. Οι γυναίκες είμαστε χαζές.
Υ.Γ. 42 Ο Μίλτος μέθυσε ελαφρά μόνο προς το τέλος της συναυλίας (τα καλά να λέγονται)


24/8/12

" Γάτα και ποντίκι", Günter Grass





Πριν από κάποια χρόνια προσπάθησα να διαβάσω το «Ένα ευρύ πεδίο» του Γκύντερ Γκρας, δεν τα κατάφερα, μου έμεινε κάπως σαν παιδικό τραύμα η εμπειρία και δεν είχα τολμήσει να πλησιάσω τον συγγραφέα έκτοτε. Φέτος, χωρίς να το έχω προσχεδιάσει αγόρασα το «Γάτα και Ποντίκι». Ο μικρός του όγκος, ένα ξεφύλλισμα βιαστικό στο βιβλιοπωλείο με έπεισαν πως θα τα κατάφερνα. Κι όντως η γραφή του Γκρας σε αυτή τη νουβέλα είναι πολύ στρωτή, η ιστορία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κι ίσως τελικά να νίκησα και τη φοβία μου για του Γερμανούς συγγραφείς.
            Ο Μάλκε είναι ένα αγόρι που ξεχωρίζει, στο λαιμό του έχει ένα τεράστιο μήλο του Αδάμ που μοιάζει με ποντίκι∙ μια φορά μια γάτα του επιτέθηκε. Η μαμά και η θεία του τον έστειλαν σχολείο ένα χρόνο μεγαλύτερο γιατί τον νόμιζαν ασθενικό και δεν του επέτρεπαν τα σπορ, όταν όμως ο Μάλκε κατάφερε να γυμναστεί ήταν πάντα πρώτος, κι όταν έμαθε να κολυμπά, ήταν πάντα ο γρηγορότερος και ο πιο ριψοκίνδυνος στις καταδύσεις. Με την παρέα του  το καλοκαίρι του ‘39 βρήκαν ένα ναυάγιο, κι ο Μάλκε ανέσυρε ένα σωρό θησαυρούς, κονσέρβες, μια Μαύρη Παναγία, που κρεμούσε στο λαιμό μαζί με ένα κατσαβίδι για να κρύβει το "ποντίκι", ένα ολόκληρο πικαπ, που το έστησε κομμάτι κομμάτι στο δωμάτιο του.  
            Το μυθιστόρημα είναι χτισμένο πάνω στην νεότερη Ιστορία, η δράση τοποθετείται στον Γκντάνσκ, μια πόλη σταυροδρόμι ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Πολωνούς, η χρονική περίοδος που συμβαίνουν όλα είναι σημαδιακή, η αρχή του Πολέμου. Οι νεαροί εντάσσονται σε χιτλερικές νεολαίες χωρίς δεύτερη σκέψη, η ζωή τους διαπερνάται από τον Πόλεμο, χωρίς φυσικά να παύουν να τους απασχολούν η σεξουαλικότητά τους – ο Μάλκε διαθέτει ένα τεράστιο πέος, αλλά ούτε κι αυτό τον σώζει από το τεράστιο καρύδι στο λαιμό του- η θρησκευτικότητα, η αίσθηση του ανήκειν. Το βιβλίο είναι γραμμένο στις αρχές του μοντερνισμού, ο αφηγητής του αμφισβητείται και υπονομεύεται συνέχεια, η πλοκή έχει χρονικά άλματα, αλλά είναι σαφής και στέρεα. Είναι ένα εγκεφαλικό μυθιστόρημα, γραμμένο με τη λογική κι όχι με την καρδιά, μια άσκηση ύφους και πλοκής που δε σε κάνει να βαριέσαι.   
           
"Γάτα και ποντίκι", Γκύντερ Γκρας, μετ. Έμη Βαικούση, εκδ, Καστανιώτη, 2012, σελ.150



20/8/12

"Υπόθεση μπεστ-σέλλερ", Χρήστος Βακαλόπουλος






Στην αρχή το βιβλίο του Χρήστου Βακαλόπουλου μου φάνηκε υπερβολικά αυτοαναφορικό, έπειτα άρχισα να βαριέμαι. Η ιστορία έχει ως εξής, μια παρέα τριών αντρών ζουν στο ίδιο σπίτι, ο Ιάσονας που έγραψε ένα βιβλίο, ο φευγάτος Άλκης και ο κλασικός πηδήκουλας Νίκος. Μαζί τους ζει και η Σύλλα, μια γυναίκα που ήρθε για 5 μέρες κι έμεινε 5 χρόνια και εν πολλοίς τους συντηρεί. Το βιβλίο του Ιάσονα θέλει να το εκδώσει η Ρίλα, που δουλεύει σε έναν εκδοτικό οίκο, τη «Φράση», υπήρξε αντικείμενο του πόθου και για τα τρία αγόρια και δεν έχει διαβάσει το χειρόγραφο του Ιάσονα. Όμως αυτός, αν και παγκοσμίως άγνωστος, αρνείται σθεναρά να της το πάει.
            Το βιβλίο είναι γεμάτο μακροσκελείς διαλόγους που δεν καταλήγουν πουθενά, αναφορές στην κουλτούρα του 80, και η ιστορία του συγγραφέα Ιάσονα που αρνείται να του κάνουν το βιβλίο του μπεστ σέλλερ, χωρίς πουθενά να δικαιολογείται φυσικά ότι θα γίνει τέτοιο, κάπως ανιαρή. Μου πήρε ένα πενταήμερο να το τελειώσω και κυριολεκτικά το βαρυγκώμησα.

«Υπόθεση μπεστ-σέλλερ», Χρήστος Βακαλόπουλος, εκδ. Εστία, 1993, σελ 191