19/6/14

Die (Bern)hard του Μαραμπού


       


Θα ξεκινήσω από το συμπέρασμα: αυτός ο συγγραφέας είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει! Υπάρχουν συγγραφείς που μας είναι αγαπητοί για διάφορους λόγους, που κατά περιόδους τους αποκαλούμε αγαπημένους χωρίς να θέλουμε να εξηγήσουμε περισσότερα. Οι “αγαπημένοι” ενέχουν και μια υποψία τρυφερότητας, όμως εκείνοι που πραγματικά συνταράσσουν τον κόσμος μας πρέπει να είναι ολίγον οχληροί, μισητοί και προσβλητικοί. Πάντοτε, μου προκαλούσε θυμηδία η φράση “Αυτός ο συγγραφέας άλλαξε την ζωή μου!”, ίσως γιατί άκουγα τα ονόματα των συγγραφέων και κατ' επέκταση σχημάτιζα εντελώς προκατειλημμένος, μια εντύπωση για την ζωή (που μόλις είχε αλλάξει!) του αναγνώστη. Γενικά, θεωρούσα την φράση κάπως υπερβολική, να συμβάλει στην αλλαγή της ζωής μου, ναι, αλλά να αποτελέσει το σημείο καμπής, το μέγα γεγονός, αυτό με ενοχλούσε, ένιωθα κάπως χειραγωγημένος, θλιβερή μαριονέτα, καταλαβαίνετε!

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν αποτέλεσε εξαίρεση, αν και συνέβαλε πιο δραστικά στην “αλλαγή”, γιατί όπως συνήθως λέγεται για τα εξελιγμένα αναλγητικά, ήταν διπλής δράσεως! Η περίπτωση Μπέρνχαρντ είναι ιδιάζουσα γιατί καταφέρνει να γίνει ενοχλητικός και με τον τρόπο γραφής του αλλά και με τα γραφόμενά του. Ας ξεκινήσουμε όμως με τα εξωτερικά στοιχεία της γραφής του: ο λόγος του είναι τόσο χειμαρρώδης που θα σταματήσει μόνο στην τελευταία τελεία! Μην αυταπατάσαι, δεν ελέγχεις εσύ την ροή του λόγου, εκείνη σε ελέγχει, και αν νομίζεις ότι βγήκαμε για βαρκάδα, καλύτερα κατέβα πριν αρχίσει η ταραχή! Γι' αυτό εξάλλου και δεν χρειάζονται οι παράγραφοι! Η απουσία τους γίνεται οδυνηρά ενοχλητική όταν έρθει η ώρα να σταματήσεις την ανάγνωση για λόγους φυσικής αναγκαιότητας, θες να κοιμηθείς και το κείμενο σε περιπαίζει, γελάει μαζί σου, με την ανημπόρια σου, άντε στο διάολο, κρεμόμουν εξαντλημένος στην πρώτη τελεία της αριστερής σελίδας και έκλεινα το βιβλίο με θυμό. Τα βιβλία του έχουν εκατοντάδες επαναλήψεις λέξεων και ολόκληρων φράσεων, που προσδίδουν μια απίστευτη μουσικότητα και ρυθμό στο κείμενο, σχεδόν ακούς μουσική.


Σχεδόν όλα τα βιβλία είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έτσι ώστε έχεις την εντύπωση πως ό,τι λέγεται απηχεί τις απόψεις του ίδιου του συγγραφέα. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Μπέρνχαρντ σπάνια αναφέρει (μπορεί και καθόλου) το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα, νομίζοντας ότι δεν δανείζει φωνή σε κανέναν, απλώς κάθεται και μας αραδιάζει τα πιστεύω του! Αυτό μπορεί να είναι θανάσιμη παγίδα για άλλους συγγραφείς, στον Μπέρνχαρντ όμως είναι απαράμιλλα γοητευτικό. Τα αποσπάσματα που μπορείς να επιλέξεις είναι πάμπολλα, αν και καταλαβαίνεις αμέσως ότι, έτσι κολοβό καθώς είναι, χάνει μεγάλο μέρος της γοητείας που του πρόσφερε η συνεκτικότητα που είχε με το προηγούμενο κείμενο καθώς και εκείνη που θα έχει με το επόμενο. Επέλεξα ένα απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου (μιλάω για τον Αφανισμό, που διάβασα τελευταίο) γιατί το βρήκα επίκαιρο με την ηλίθια μόδα των selfie που επικρατεί τελευταία.

...περιφρονώ τους ανθρώπους που διαρκώς φωτογραφίζουν και όλην την ώρα περιδιαβαίνουν με τη φωτογραφική τους μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Διαρκώς αναζητούν ένα θέμα και φωτογραφίζουν τα πάντα ανεξαιρέτως, ακόμα και τα πιο ανόητα. Διαρκώς δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους παρά μόνο να ποζάρουν και πάντοτε όσο αποκρουστικότερα γίνεται, πράγμα που όμως οι ίδιοι δεν τον συνειδητοποιούν. Φυλακίζουν στις φωτογραφίες τους ένα διεστραμμένα παραμορφωμένο κόσμο, που δεν έχει τίποτε κοινό με τον πραγματικό εκτός απ' αυτήν την διεστραμμένη παραμόρφωση, για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι. Το φωτογραφίζειν είναι μια ποταπή μανία, που έχει αγκαλιάσει σιγά σιγά ολόκληρη την ανθρωπότητα, επειδή η ανθρωπότητα είναι όχι μόνο ερωτευμένη αλλά ξετρελαμένη με την παραμόρφωση και τη διαστροφή, και πράγματι, φωτογραφίζοντας, αντιλαμβάνεται με τον καιρό ως πραγματικό τον παραμορφωμένο και διεστραμμένο κόσμο. Οι φωτογραφίζοντες διαπράττουν ένα από τα ποταπότερα εγκλήματα που μπορούν να διαπραχθούν, αφού στις φωτογραφίες τους κάνουν τη φύση διεστραμμένη γκροτέσκα εικόνα. Οι άνθρωποι είναι στις φωτογραφίες τους γελοίες, διεστραμμένα αγνώριστες, ναι, ακρωτηριασμένες κούκλες, που τρομαγμένες κοιτάζουν απλανώς τον ποταπό φακό τους, αμβλύνοα, αντιπαθητικά. Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ζώνες της γης και όλα τα στρώματα του πληθυσμού, μια αρρώστια, από την οποία πάσχει ολόκληρη η ανθρωπότητα και από την οποία δεν πρόκειται ποτέ πια να γιατρευτεί.

Η πλοκή των βιβλίων του είναι μηδαμινή, η γραφή και η ανάγνωσή τους είναι μόνο εγκεφαλική, οι εικόνες που δημιουργούνται είναι ελάχιστες. Ο Μπέρνχαρντ ασκεί μια έντονη κριτική προς πάσα κατεύθυνση, καθιερώνει μια πολεμική, συντάσσει ένα πολιτικοκοινωνικό μανιφέστο. Όπως ο Τζόυς τα έβαλε με την μισητή του Ιρλανδία, έτσι και ο Μπέρνχαρντ τα βάζει πρώτα με τα του (κάποτε αυτοκρατορικού) οίκου του για να μπορεί στην συνέχεια ανενόχλητος να τα βάλει με όλον τον κόσμο! Η Αυστρία και η μόνιμη κατάπτωσή της αποτελεί το μόνιμο θέμα του. Η οικουμενικότητα όμως των σκέψεών του θα αγγίξει πολλούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, και όχι μόνο τους Αυστριακούς, για τους οποίους εξάλλου, αμφιβάλλει αν μέσα στην αμβλύνοιά τους μπορούν να καταλάβουν το οτιδήποτε!

...ζούμε πάντοτε με την πλάνη ότι, όπως έχουμε εξελιχθεί εμείς, άσχετα προς τα πού, έχουν εξελιχθεί και οι άλλοι, μα αυτό είναι πλάνη, οι περισσότεροι έχουν μείνει στάσιμοι και δεν έχουν καθόλου εξελιχθεί, ούτε προς την μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση, δεν είναι ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι, έχουν μόνο γίνει γέροι και, με τούτο, στον ύψιστο βαθμό αδιάφοροι. Πιστεύουμε ότι θα αιφνιδιαστούμε από την εξέλιξη ενός ανθρώπου που έχουμε πολύ καιρό να τον δούμε, μα, όταν τον ξαναβλέπουμε, αιφνιδιαζόμαστε μόνο από το ότι δεν έχει εξελιχθεί καθόλου, από το ότι είναι μόνο κατά είκοσι χρόνια πιο γέρος και αντί να έχει καλή μορφή, έχει τώρα χοντρή κοιλιά και μεγάλα κακόγουστα δαχτυλίδια στα χοντρά δάχτυλα, που μας φαίνονταν κάποτε πολύ όμορφα.

Οι λέξεις που επαναλαμβάνονται με την μεγαλύτερη συχνότητα στα βιβλία του είναι η “ποταπότητα” και η “αμβλύνοια”, αμφότερες ενδεικτικές της κοσμοθεώρησής του. Ειδικά, η λέξη “αμβλύνοια” με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, είναι πιο δυνατή από τις συνώνυμες “ηλιθιότητα” και “βλακεία”, ίσως γιατί πια απαντάται ελάχιστα, και αποτελεί έξυπνη επιλογή του μεταφραστή, που λειτουργεί εξόχως ιδανικά μέσα στον λόγο του Μπέρνχαρντ. Πολλοί μεταφραστές έχουν συνδυαστεί στο μυαλό μας με τα κείμενα που έχουν μεταφράσει, ως οι μόνοι ικανοί και αρμόδιοι για μια τέτοια απαιτητική δουλειά. Ο Βασίλης Τομανάς είναι ένας τέτοιος μεταφραστής, διαβάζεις και αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι πέρα όλων των άλλων, αν μη τι άλλο και πάνω από όλα, απολαμβάνει πρώτος αυτός το κείμενο που μεταφράζει!



Υπάρχει μια φωτογραφία που απεικονίζει τον Τόμας Μπερνχαρντ να γλείφει ένα μικρό χωνάκι παγωτό. Αυτή η εικόνα είναι πολύ συνδηλωτική των γραπτών που έγραψε αυτός ο συγγραφέας. Το παγωτό, σύμβολο παιδικότητας, φανερώνει μια διάθεση να πει αλήθειες με την αφέλεια και την άγνοια που κουβαλά ένα μικρό παιδί, διατηρώντας όμως την πονηριά και την ειρωνεία ενός ενήλικα, που μας τις πετάει κατάμουτρα, ανενδοίαστα και ασταμάτητα, χωρίς να μπορούμε να του προσάψουμε τίποτε, όπως θα κάναμε απέναντι και σ' ένα παιδί.

H ανάγνωση του Μπέρνχανρτ είναι δύσκολη, απαιτεί υπομονή και έντονη και συνεχή συνειδητότητα. Η γραφή του από την άλλη, είναι πυρωμένη, καίει συνειδήσεις, συναισθήματα και εν τέλει πυρπολεί τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το λέει και ο Μίλτος Πασχαλίδης σε κάποιο από τα τραγούδια του, αν δεν φαντάζεσαι φωτιές με κάρβουνα μην παίζεις.

                                                                                                              Μαραμπού

7 σχόλια:



  1. Συμπτωματικά διάβαζα κι εγώ Μπέρνχαρντ αυτές τις μέρες. Ένα βιβλιαράκι μόλις 187 σελίδων, "Ο αποτυχημένος", μου κράτησε συντροφιά περισσότερο από μια εβδομάδα. Με έχει εντυπωσιάσει για όλους τους λόγους που περιγράφετε και που ισχύουν μάλλον για όλα του τα βιβλία, όπως και για την εξαίσια "Ξύλευση" επίσης. Είναι σα να τα γράφει "στο μιλητό" που λέμε, μουρμουρίζοντας, σε έναν μονόλογο χωρίς ανάσα.

    Ο "Αφανισμός" - μαζί με τους τρίτομους "Υπνοβάτες" του Μπροχ- περιμένει υπομονετικά τη σειρά του στο τραπεζάκι δίπλα μου.
    Βλέπετε, προηγούνται τα δανεισμένα από τη Βιβλιοθήκη της γειτονιάς, που περιέχει κάποιους θησαυρούς. Βέβαια, πρέπει να τους ξέρεις, για να τους αναζητήσεις.

    "Για τον Αυστριακό Τόμας Μπέρνχαρντ έχουν πει ότι κανένας άλλος δεν έγραψε, όπως αυτός, το ίδιο βιβλίο, με πάντα καινούργιο τρόπο. Και έχουν δίκιο, γιατί το έργο του συγγραφέα είναι μια τεράστια αυτοβιογραφία."

    Κάθε φορά λοιπόν, που διαβάζω ένα βιβλίο του, παρά το χαμηλόφωνο ύφος της αφήγησής του, χωρίς κεφάλαια, χωρίς παραγράφους, με μακροπερίοδο λόγο, βρίσκομαι σε συναγερμό. Έχω διαρκώς την αίσθηση ότι μέσα από την (φαινομενική;) απλότητά του έχει να μου πει κάτι σπουδαίο που μου διαφεύγει.

    Ακόμα, πέρα από το ότι είναι πολύ ιδιαίτερο το αφηγηματικό στυλ του συγγραφέα, με πολλές επαναλήψεις, σαν ένας τεράστιος μονόλογος, δεν παύει να είναι λογοτεχνία αυτό που μας προσφέρει. Απομένει να γίνουμε αποδέκτες του.


    ΥΓ. Κι εγώ πρόσεξα τη συχνή χρήση της λέξης "αμβλύνοια" (και του επιθέτου αμβλύνους σε όλες τις πτώσεις και τα γένη -και προς στιγμήν αμφιβάλλοντας, ανάτρεξα στην κλίση του). Άψογος ο Τομανάς, μεταφέρει το κλίμα, το πνεύμα και το ήθος όσων θέλει να μας κοινωνήσει ο συγγραφέας, μεταφέροντας και τον προβληματισμό του στον γητεμένο (ή μη) αναγνώστη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό που λέτε για την φαινομενική απλότητα του κειμένου, με έχει απασχολήσει και μένα πολύ και το βρίσκω πολύ εύστοχο. Πολλές φορές σταματώ εν μέσω μιας σελίδας και παρατηρώ τον τρόπο που είναι γραμμένη, και σκέφτομαι, πολλές επαναλήψεις, ανιαρά πράγματα ίσως και περιττά, και λίγο παρακάτω, μα τι λέω, αυτή είναι σπουδαία γραφή, σπουδαίο κατόρθωμα να γράφεις έτσι για 100, 1000, 5000 σελίδες! Και όταν πια το συνηθίζεις, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι μόνο καπρίτσιο του συγγραφέα, διαθέτει μια λογοτεχνική λειτουργικότητα απαράμιλλης γοητείας.

      Ο Αφανισμός συγκλονίζει, (ταυτίστηκα με οδυνηρότητα μαζί του) ειδικά έναν άνθρωπο που γνωρίζει την ζωή μιας επαρχίας. Πρέπει να ομολογήσω όμως ότι απολαμβάνω εξαιρετικά, τα μικρότερα κείμενά του, εκείνα που στηλιτεύουν και παρωδούν τα καλλιτεχνικά περιβάλλοντα και τις καλλιτεχνικές μορφές, όπως οι Παλιοί δάσκαλοι (το πρώτο που διάβασα!) και ακόμα η Ξύλευση και ο Αποτυχημένος που αναφέρατε και περιμένουν να πάρουν σειρά.

      Διαβάζοντας ένα κείμενο του Μπέρνχαρντ νιώθεις ότι διαβάζεις πέντε βιβλία μαζί. Τελειώνοντας την ανάγνωση, νιώθεις γεμάτος και άδειος ταυτόχρονα, σίγουρα άδειος από αυταπάτες, τώρα με τι γεμίζεις, αυτό είναι θέμα του κάθε αναγνώστη προσωπικά. Αυτός ο συγγραφέας μου δίνει κουράγιο γιατί μοιάζει να παλεύει θαρραλέα μόνος του ενάντια σε όλον τον κόσμο, είναι ενοχλητικός όπως πρέπει να είναι κάθε συγγραφέας, δεν χαρίζεται στην ποταπότητα και την αμβλύνοια, και το ίδιο περιμένει να κάνεις και συ. Ίσως γι' αυτό οι τόσες επαναλήψεις... για να σιγουρευτεί ότι θα μάθεις καλά το μάθημά σου!

      Διαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπέρα σας,

    Εξαιρετική η περιγραφή για τον Τόμας Μπέρνχαρντ τον οποίο θαυμάζω και λατρεύω για τον χειμαρρώδη τρόπο που γράφει. Θα ήθελα να παραθέσω ορισμένα από τα πιο αγαπημένα μου αποσπάσματα από διάφορα έργα του που έχω διαβάσει στα ελληνικά.

    "Γιατι, ας μην εξαπατωμεθα, τα κεφαλια (οι ανθρωποι) με τα οποια μπορουμε να ερθουμε σε επαφη τον πιο πολυ καιρο ειναι χωρις ενδιαφερον, δεν κερδιζουμε πολλα περισσοτερα απο το αν βρισκομαστε συντροφια με υπερτροφικες πατατες, που πανω σε αξιοθρηνητα κορμια, μεσα σε ρουχα λιγο-πολυ κακογουστα, σερνονται σε μια ταλαιπωρη, αλλα δυστυχως καθολου αξια συμπονιας υπαρξη". Ο ανηψιος του Βιτγκενσταιν

    "Φουντωνε ο θυμος ολων μας εναντια σ'αυτη τη χωρα την καθυστερημενη, την αξεστη, που φοραει παρωπιδες και ταυτοχρονα πασχει αηδιαστικα απο μεγαλομανια". Ο ανηψιος του Βιτγκενσταιν

    «Μόνο αυτοι οι αγαπημενοι ηθοποιοι του κοινου, που χωρις αλλο μπορουν να χαρακτηριστουν πνευματικα αναπηροι, γιατι απο την μια μερια δεν εχουν ιδεα απο τεχνη του θεατρου και απο την αλλη εξασκουν με μια θρασυτητα που δεν εχει ομοιο της τη θεατρικη τους πορνεια εις βαρος του θεατρου και εις βαρος του κοινου, πρεπει να το πω, οτι αυτες οι πορνες του Μπουργκτεατερ, εδω και δεκαδες χρονια, αν οχι εδω και αιωνες, λυμαινονται το χωρο και προσφερουν το χειροτερο απο τα χειροτερα θεατρα. Αυτοι που λεγονται οι αγαπημενοι ηθοποιοι του κοινου, με τα διασημα ονοματα τους και με την αποβλακωμενη θεατρικη τους αντιληψη, που μονο παραμελωντας εντελως τα θεατρικα τους μεσα και εκμεταλλευομενοι με τον πιο αισχρο τροπο τη δημοτικοτητα τους στην κορυφη ας πουμε της μηδενικης τους τεχνης απο τη στιγμη που το εντελως ηλιθιο βιεννεζικο θεατρικο κοινο τους τοποθετησε πανω στο αλογο της δημοτικοτητας, διατηρουνται για δεκαετιες και τις περισσοτερες φορες μεχρι να πεθανουν στο Μπουργκτεατερ.» Ο ανηψιος του Βιτγκενσταιν

    «Η σημερινη κοινωνια αρνειται την ιστορια της, ουτε παρελθον ουτε μελλον εχει και εγινε λεια της αποβλακωσης της ατομικης επιστημης: μαστιγωνεται απο την διεφθαρμενη κυβερνηση και τους καλλιτεχνες, και κυριως τους αναπαραγωγικους καλλιτεχνες απο την κενοδοξια τους που τους παιρνει τα μυαλα». Ο ανηψιος του Βιτγκενσταιν

    "Δεν έχουν κατά βάθος τίποτα να γυρέψουν από μια τέτοια χώρα σαν την δική μου, είναι σε μια τέτοια χώρα ανίκανοι να εξελιχθούν και έχουν και διαρκώς συνείδηση αυτής της ανικανότητας για εξέλιξη, μία τέτοια χώρα χρειάζεται ανθρώπους που δεν επαναστατούν εναντίον της αδιαντροπιάς, εναντίον της ολοκληρωτικής ανευθυνότητας μια τέτοιας χώρας και ενός τέτοιου κράτους, ενός κοινωνικά επικίνδυνου και εντελώς ξεπεσμένου, στο οποίο επικρατούσαν μόνο οι χαοτικές συνθήκες, το κράτος αυτό έχει μόνο στην συνείδηση του μια εντελώς χυδαία και χαμερπή ιστορία, αυτή η μόνιμη διαστροφή και πορνεία ως κράτος, όπου δεν μπορεί να εξηγηθεί η ποταπότητα και η χαμέρπεια και η κοινωνική επικινδυνότητα αυτού του κράτους με μια δυο πεταμένες λέξεις" Διόρθωση

    Φιλικά,
    Μάριος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. «Σε έναν καιρό κατά τον οποίο εκδίδονται και δημοσιεύονται τα πάντα εκτός από οτιδήποτε πραγματικά πρωτότυπο και επιπλέον ύψιστα επιστημονικό-ιδιοφυές και κάθε χρόνο ρίχνονται στην αγορά, τυπωμένοι στο χαρτί, εκατοντάδες και χιλιάδες τόνοι αμβλύνοιας, όλα τα σκουπίδια του ξεπεσμού αυτής της πέρα για πέρα ξεπεσμένης ευρωπαικής ή, ας μην το κρύψουμε, ξεπεσμένης παγκόσμιας κοινωνίας, σ’ έναν καιρό κατά τον οποίο πάντοτε και συνεχώς παράγονται μόνο πνευματικά σκουπίδια, και αυτά τα πνευματικά σκουπίδια, που διαρκώς βρομούν και διαρκώς στουμπώνουν τα πάντα, παρουσιάζονται σταθερά με τον αντιπαθέστερο τρόπο ως πνευματικά προϊόντα, ενώ ωστόσο είναι μόνο απορρίμματα του πνεύματος, σ’έναν τέτοιο καιρό έχουμε ίσα ίσα το χρέος να εκδώσουμε, να δημοσιεύσουμε μία τέτοια, έστω ακόμα άσημη και απέριττη τέχνη, που καθόλου δε θα εντυπωσιάσει, μα ωστόσο πρέπει να φροντίσουμε να μην χαθεί». Διόρθωση

    «Στην Αυστρία πρέπει να είσαι μετριότητα για να έχεις δικαίωμα λόγου και να σε παίρνουν στα σοβαρά, τσαπατσούλης και επαρχιώτης ψευδολόγος, άνθρωπος με νοοτροπία κρατιδίου.» Παλιοί δάσκαλοι

    «Ο Ιρζιγκλέρ, είναι πιο μπροστά απ’όλους αυτούς τους φλύαρους ιστορικούς της τέχνης που έρχονται καθημερινά εδώ και μπουμπουνίζουν τ’ αυτιά του κόσμου με τις ανοησίες τους. Είναι πιο προχωρημένος απ’αυτά τα ομιλούντα γουρούνια, τους ιστορικούς της τέχνης, που καθημερινά με την φλυαρία τους εκμηδενίζουν εφ’όρου ζωής δεκάδες τάξεις σχολείων που παραδίδονται στα χέρια τους. Σκοτώνουν με την φλυαρία τους την τέχνη.» Παλιοί δάσκαλοι

    «Οι δάσκαλοι με την δασκαλίστικη στενοκεφαλιά τους πνίγουν σ’αυτούς τους μαθητές κάθε ευαισθησία για την ζωγραφική και για τους δημιουργούς της. .... Όλοι οι νέοι είναι, ναι, στην αρχή ανοιχτοί στα πάντα, συνεπώς και στην τέχνη, μα οι δάσκαλοι τους απομακρύνουν ριζικά από την τέχνη. ... Οι δάσκαλοι είναι πέρα για πέρα μικροαστοί και επιτίθενται ενστικτωδώς εναντίον της γοητείας που ασκεί η τέχνη στους μαθητές τους και εναντίον του ενθουσιασμού που τρέφουν για την τέχνη οι μαθητές τους, εφόσον καταπιέζουν την τέχνη και εν γένει καθετί το καλλιτεχνικό με τον καταθλιπτικό τους ηλίθιο ερασιτεχνισμό και στα σχολεία καταστρέφουν την τέχνη και το καλλιτεχνικό εν γένει με το σιχαμέρο τους τραγούδι συνοδεία αυλού και με το εξίσου σιχαμερό και άχαρο χορωδιακό τραγούδι, πράγμα που αναγκαστικά απωθεί τους μαθητές. Ετσι, ήδη από την αρχή οι δάσκαλοι εμποδίζουν τους μαθητές τους να πλησιάσουν την τέχνη. .....Οι δάσκαλοι είναι τα τσιράκια του κράτους και όπου, όπως σ’αυτό το αυστριακό κράτος σήμερα, έχουμε να κάνουμε με ένα παντελώς ανάπηρο πνευματικά και ηθικά κράτος, με ένα κράτος που δεν διδάσκει τίποτε άλλο παρά τη χοντροκοπιά και τη σαπίλα και το κοινωνικά επικίνδυνο χάος, είναι φυσικά και οι δάσκαλοι πνευματικά και ηθικά ανάπηροι και χοντροκομμένοι και σάπιοι και χαοτικοί. ..... Οι δάσκαλοι διδάσκουν ότι να’ναι και ότι τους ανατεθεί να διδάξουν από το καθολικό κράτος: τη στενοκεφαλιά και την κτηνωδία, τη χυδαιότητα και την προστυχιά, την αχρειότητα και το χάος. ..... Και σ’εμένα όπως και στους σημερινούς νέους δεν έδωσαν τίποτα άλλο παρά την έλλειψη κρίσης, την ανικανότητα τους, την αμβλύνοια τους, τη βλακεία τους. Και δεν μου δίδαξαν τίποτα άλλο παρά το χάος. ..... Εγώ ο ίδιος είχα αυτούς τους φρικτούς, στενόμυαλους, παραστρατημένους δασκάλους που έχουν μια πέρα για πέρα ποταπή αντίληψη για τους ανθρώπους και για τον ανθρώπινο κόσμο, την πιο ποταπή αντίληψη, την επιβεβλημένη από το κράτος, δηλαδή ότι πρέπει οπωσδήποτε να καταπιέσουν και τελικά να απονεκρώσουν προς το συμφέρον του κράτους την φύση μέσα στους καινούργιους νέους ανθρώπους. ..... Οι δάσκαλοι δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να μπουκώνουν τους μαθητές τους με κρατικά σκουπίδια, όωπς ακριβώς μπουκώνουν τις χήνες με καλαμπόκι, και μπουκώνουν τόσο καιρό τα κεφάλια με κρατικά σκουπίδια μέχρι που τα κεφάλια αυτά παθαίνουν ασφυξία. ..... Δεν υπάρχει πια φυσικός άνθρωπος, υπάρχει πια μόνο ο κρατικός άνθρωπος, και όπου εξακολουθεί να υπάρχει ο φυσικός άνθρωπος τον εγκλωβίζουν και τον καταδιώκουν μέχρι θανάτου και τον μετατρέπουν σε κρατικό άνθρωπο.» Παλιοί δάσκαλοι

    Φιλικά,
    Μάριος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. «Όλος ο κόσμος είναι σήμερα γελοίος και επιπλέον βαθύτατα οδυνηρός και κιτς, αυτή είναι η αλήθεια. ... Ήδη από παιδί απομακρυνόμουν από την μάζα, μισούσα το πλήθος, την ανθρωποσύναξη, τη συγκέντρωση χυδαιότητας και ανοησίας και ψευτιάς. .... Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τι να τον κάνουν τον ελεύθερο χρόνο τους και, αμβλύνοες καθώς είναι, τον σπαταλάνε δουλεύοντας.» Παλιοί δάσκαλοι

    «Πολλά χρόνια, ναι, βάδιζα με σκυφτό το κεφάλι μέσα σ’αυτήν την ξεπεσμένη Βιέννη επειδή δεν άντεχα να βλέπω τόση μαζική αποκρουστικότητα στους δρόμους, αυτές οι μάζες ακαλαίσθητων ανθρώπων που μαζί τους διασταυρωνόμαστε ήταν απλώς ανυπόφορες. .... Βαδίζουμε στον δρόμο και μπαίνουμε στην ποταπότητα, στην ποταπότητα και στην ξεδιαντροπιά, στην υποκρισία και στη μοχθηρία. .... Ότι μελετούμε με εμβρίθεια (βαθύνοια) χάνει μέσα μας σε αξία.» Παλιοί δάσκαλοι

    «Στον αθλητισμό δικαιολογημένα δόθηκε σ’όλους τους καιρούς, και κυρίως από όλες τις κυβερνήσεις, η μεγαλύτερη σημασία, διασκεδάζει και ζαλίζει και αποβλακώνει τις μάζες, και κυρίως οι δικτατορίες ξέρουν για ποιό λόγο είναι πάντοτε και σε όλες τις περιπτώσεις υπέρ του αθλητισμού. Όποιος είναι υπέρ του αθλητισμού έχει τις μάζες με το μέρος του, όποιος είναι υπέρ της κουλτούρας τις έχει εναντίον του, γι αυτό και πάντοτε όλες οι κυβερνήσεις είναι υπέρ του αθλητισμού και εναντίον της κουλτούρας.» Αυτοβιογραφία

    «Η μάζα, ναι, απορρίπτει ήδη τις ιδέες, άσε δε το σκέπτεσθαι, επειδή αλλιώς θα εκμηδενιστεί αυτοστιγμεί, οπότε έχουμε να κάνουμε με μια μάζα που καθόλου δε σκέπτεται, που ουσιαστικά είναι πάντοτε εναντίον του σκέπτεσθαι όσο εναντίον τίποτα άλλου.» Οι φθηνοφαγάδες

    Φιλικά,
    Μάριος

    ΑπάντησηΔιαγραφή