22/4/19

"Πατρίδα", Fernando Aramburu



Είναι δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, να μιλήσεις για τις 718 σελίδες της Πατρίδας του Φερνάντο Αραμπούρου, χωρίς να αφήσεις κάποιο σημαντικό ζήτημα απέξω. Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται το καυτό θέμα της ΕΤΑ, της τρομοκρατίας και της ανεξαρτησίας της χώρας των Βάσκων, με ψυχρό αίμα. Το βιβλίο δεν χαϊδεύει κανενός τα αυτιά- ενώ σαφώς παίρνει πολιτική θέση. Και τέτοια κείμενα, τόσο κοντά στα γεγονότα, είναι σπάνια και γενναία. Μην ξεχνάμε πως μόλις το 2011 η ΕΤΑ δήλωσε πως σταματάει δια παντός τον ένοπλο αγώνα. 

«Έχω καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο τόσο πειστικό και συγκινητικό, τόσο ευφυώς σχεδιασμένο» έγραψε για την Πατρίδα ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και θα συμφωνήσω με τον πολυαγαπημένο μου Περουβιανό συγγραφέα. 

Στο βιβλίο πρωταγωνιστούν δυο οικογένειες, της Μίρεν και της Μπιττόρι. Οι δυο τους, φίλες από τα νεανικά τους χρόνια, είναι παντρεμένες με δύο κολλητούς φίλους, τον Χοσίαν και τον Τσιάτο. Και τα παιδιά των δύο οικογενειών αγαπιούνται. Μόνο ο μεγάλος γιος της Μίρεν, ο Χόσε Μάρι, αποστασιοποιείται, αρχίζει να μπλέκει με την ΕΤΑ μπαίνει στον ένοπλο αγώνα. Η μάνα του τον στηρίζει κι είναι περήφανη για κείνον. Τα άλλα δυο παιδιά της οικογένειας, η Αράντσα και ο Γκόρκα, ευφυέστερα και διαβασμένα, είναι πολύ πιο μετριοπαθή. 

Όλα αρχίζουν όταν ο άντρας της Μπιττόρι, ο Τσιάτο, επιτυχημένος επιχειρηματίας με φορτηγά, αρνείται να πληρώσει τον «επαναστατικό φόρο» στην ΕΤΑ και στοχοποιείται. Οι δυο οικογένειες δεν μιλιούνται πια, αρχίζουν να εμφανίζονται στο χωριό όλο και περισσότερα συνθήματα κατά του Τσιάτο, σχεδόν δεν μπορούν να ζήσουν εκεί. Πεισματάρηδες, μένουν στο χωριό, και τελικά η ΕΤΑ δολοφονεί τον Τσιάτο. Είναι μάλλον ασαφές αν το έγκλημα το διαπράττει ο Χόσε Μάρι, αν και αφήνονται υπόνοιες. 

Χρόνια αργότερα, ο Χόσε Μάρι είναι στη φυλακή, η Μπιττόρι αρχίζει να πηγαίνει κρυφά ξανά στο χωριό της, η Αράντσα είναι καθηλωμένη μετά από εγκεφαλικό σε αναπηρική καρέκλα, η Μίρεν είναι πιο ξεροκέφαλη από ποτέ- ενώ δεν σκαμπάζει από πολιτικά είναι εθνικά υπερήφανη που ο γιος της είναι φυλακή λόγω του ένοπλου αγώνα, κι ας έχει σκοτώσει ανθρώπους, ίσως μάλιστα και τον καλύτερό τους φίλο. Νιώθει έξαλλη που ο Χόσε Μάρι χάνει τα νιάτα του στη φυλακή, που έφαγε ξύλο όταν τον ανέκριναν και που δεν τον φέρνουν σε μια φυλακή κοντά στην πατρίδα. 

Η τρομοκρατία, τα θύματα, οι θύτες, το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αλλά κυρίως η μνήμη και η συγχώρεση, αν μπορούν να υπάρξουν, με ποιο τρόπο, στοιχειώνουν όλο το μυθιστόρημα. Ο Αραμπούρου είναι εξαιρετικός στο ψυχογράφημα. Όλο το χωριό βαφτίζει τη Μπιττόρι «η τρελή» όταν εκείνη δειλά δειλά ξαναγυρνάει σπίτι. Μα τι τρελό έκανε; Ο άντρας της δολοφονήθηκε από την ΕΤΑ γιατί δεν έδωσε λεφτά. Όμως είναι τόσο Βάσκα, όσο κι εκείνοι. Μια χαροκαμένη Βάσκα που πλήρωσε πολύ ακριβά. Μια Βάσκα που μιλάει καλά τα βάσκικα, σε αντίθεση με τον φερόμενο ως δολοφόνο, τον Χόσε Μάρι που δεν τα μιλάει σωστά. Τι είναι τελικά αυτό που όπλισε το χέρι του ενός- κι η φωτογραφία του είναι αναρτημένη στο δημαρχείο σαν να είναι ήρωας-, τι τον ξεχωρίζει από τη γειτόνισσά του. Τι τον κάνει περισσότερο Βάσκο. 

Ταυτότητα, πατρίδα, οικογένεια, γλώσσα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκκινούν από το ίδιο σημείο, δυο αμόρφωτες Βάσκες κοπελίτσες που παντρεύονται δυο φίλους. Ο ένας τα καταφέρνει οικονομικά, ο άλλος όχι. Τα παιδιά του ενός γίνονται γιατρός και δικηγόρος. Του άλλου, ο ένας φυλακή, η άλλη δουλεύει σε παπουτσάδικο, ο τρίτος γκέι ραδιοφωνικός παραγωγός. Ο κόσμος γύρω τους αλλάζει και τους απομονώνει. Και μεταμορφώνονται σε νησίδες μοναξιάς, ο καθένας με τις χτυπητές διαφορές του. Αποκτούν ταυτότητα μέσα από τη μοναξιά τους. Και τη θλίψη. Πόσες απώλειες, και από τις δύο πλευρές. Το κυριότερο που έχασαν είναι ο ένας τον άλλον και καθένας την ησυχία του και τη στήριξη της οικογένειας. Για μια ιστορία που ενώ είναι σημαντική και πολιτική, ίσως και να μην είναι. Μπορείς να συγχωρέσεις, αν έχεις χάσει τόσα πολλά; Μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη; Ο συγγραφέας διερευνά αυτά τα ερωτήματα σχεδόν με ωμότητα και τραχύτητα. Κανένας από τους ήρωες του δεν είναι συμπαθής, ούτε αντιπαθής. Όλοι έχουν χάσει τη ζωή τους. Άξιζε τον κόπο; Κάποιοι είναι θύματα και κάποιοι θύτες. Αυτό μάς ζητάει να μην ξεχάσουμε. Δεν ζυγίζει το ίδιο η οδύνη του θύτη και του θύματος. Δεν θα μπορούσε. Πονούν όμως κι οι δύο. 

Γενναιότητα∙ σε μια χώρα που ακόμα στοχοποιούνται πρόσωπα, το να μιλήσεις ανοιχτά για αυτό το θέμα απαιτεί κότσια. Ο Αραμπούρου βέβαια δεν ζει στην Ισπανία πια. Και πάλι. Τρομοκρατία και εθνικισμός, ταυτότητα και πατρίδα, γλώσσα και οικογένεια. Ταλανίζουν την Ευρώπη όλο τον προηγούμενο αιώνα. Ταλανίζουν και τον δικό μας αιώνα. Αν δεν υπάρξει τρόπος μέσω της λογοτεχνίας να το διαπραγματευτούμε, τότε αμιγώς πολιτικά φαντάζει βουνό. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, θα γίνει και σειρά από το HBO. Αξίζει τον κόπο. Αν αναγνωρίσουμε τον διπλανό μας ή τον εαυτό μας, αν αναγνωρίσουμε τον πόνο, κι ας μην είμαστε Βάσκοι, κι ας μην είμαστε Ισπανοί, κι ας μην είμαστε θύματα – ή θύτες- της τρομοκρατίας. Μήπως είμαστε όλοι; Γιατί αυτό που ζούμε, σε όλη την Ευρώπη, εμένα κάτι μου θυμίζει. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Πατρίδα», Φερνάντο Αραμπούρου, μετ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 718 

5 σχόλια:

  1. Πραγματικά υπέροχο βιβλίο. Τόσο σπάνιο πια τα καλά βιβλία στην εποχή μας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πραγματικά συγκλονιστικό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος8/6/24, 12:02 π.μ.

    Με κούρασε, ψανιαρο, δεν μαθαινεις τιποτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή