26/7/20

"Εγκώμιον ωρίμων γυναικών", István Vizinczey




Ο τίτλος είναι αρκετά ερεθιστικός, «Εγκώμιο ωρίμων γυναικών». Δεν θα ήξερα καν πως υπάρχει, αν η Μαριαλένα Σπυροπούλου δεν έκανε μια ανάρτηση στο facebook δηλώνοντας «να ένα βιβλίο που θα έδινα στην έφηβη κόρη μου». Το εξώφυλλο των εκδόσεων Αλεξάνδρεια είναι φοβερά ταιριαστό με τον τίτλο, και δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερες προσδοκίες. Εγώ βεβαίως δεν είμαι έφηβη∙ αλλά είμαι ώριμη γυναίκα. Και τσίμπησα. 

Ένας άντρας, ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής, μεγάλος πια, μας αφηγείται τα πρώτα του χρόνια, σε ένα «μυθιστόρημα μαθητείας». Κάνει ήδη από την αρχή μια προκλητική δήλωση: οι νεαροί πρέπει να μαθαίνουν τον έρωτα από ώριμες σεξουαλικά γυναίκες. Κι αντίστοιχα οι νεαρές από μεγαλύτερους άντρες. Δυο έφηβοι που προσπαθούν να κάνουν σεξ δυσκολεύονται πολύ, δεν ξέρει κανένας από τους δυο πώς να πάρει και πώς να δώσει απόλαυση, και η σεξουαλική πράξη γίνεται βάσανο ή υποχρέωση, χωρίς ηδονή. Αντίθετα, ο μεγαλύτερος παρτενέρ, δείχνει αμέσως τα κατατόπια στον νεότερο και το σεξ παίρνει την ηδονική του διάσταση χωρίς προσκόμματα. 

Να προσπαθείς να κάνεις έρωτα με κάποιον που έχει τόση λίγη εμπειρία όση κι εσύ μου φαίνεται σχεδόν τόσο παράλογο όσο και το να πας στα βαθιά με κάποιον που επίσης δεν ξέρει να κολυμπά. Έστω κι αν δεν πνιγείς, το σοκ που θα υποστείς θα είναι πολύ άσχημο. 

Ο αφηγητής αφού μας αναλύσει διεξοδικά τις άκαρπες περιπέτειες του με έφηβες συνομήλικες του, περνά στο κυρίως θέμα. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τις σχέσεις του ως έφηβου και μετέφηβου με γυναίκες γύρω στα τριάντα πέντε με σαράντα, πιθανότατα παντρεμένες, με παιδί ή όχι, που αναζητούν σεξουαλική απόλαυση. Η ιδέα είναι καλή αλλά από ένα σημείο και μετά οι αφηγήσεις αρχίζουν να μοιάζουν πολύ και το θέμα καταντά μονότονο. Χάνεται η αρχική έκπληξη και μοιάζει με ανάγνωσμα κοινότοπο. Σε καμία φάση βέβαια δεν καταλήγει πορνογραφικό ή γελοίο, απλά χλωμαίνει το κείμενο και δεν καταφέρνει να ανακτήσει τη σπιρτάδα του. 

Ο Στήβεν Βιζίνσευ διέφυγε από την Ουγγαρία, όπου γεννήθηκε, το 1956, αφού αγωνίστηκε ενάντια στους Σοβιετικούς. Δεν ήξερε παρά ελάχιστες λέξεις αγγλικά, αλλά έμαθε τη γλώσσα γράφοντας σενάρια για το Εθνικό Κινηματογραφικό Συμβούλιο του Καναδά. Το 1966 πρωτοκυκλοφόρησε ιδίοις εξόδοις το Εγκώμιον, που είχε κακή τύχη, μέχρι να το προσέξει ο Graham Greene. Έπειτα έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ και συνεχίζει να πουλάει σε πολλές χώρες. 

Χάρηκα που διάβασα το Εγκώμιον. Είναι γραμμένο με τρόπο που αποδεικνύει πως ο συγγραφέας αγαπά το γυναικείο και το αντρικό φύλο εξίσου, τη ζωή εν γένει. Δεν πρόκειται για αριστούργημα, είναι ένα βιβλίο παρ’ όλα αυτά αξιανάγνωστο. Και η λεπτή γραμμή που χωρίζει τη φαντασία από την πραγματικότητα –ο αναγνώστης όλο αναρωτιέται πόσα είναι τα αυτοβιογραφικά στοιχεία— του δίνει ένα παραπάνω πλεονέκτημα. 



                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Εγκώμιον ωρίμων γυναικών", Στήβεν Βιζίνσευ, μετ. Άννυ Σπυράκου, Κώστας Ποτάγας, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2003, σελ. 301





13/7/20

"Ο ανθρώπινος παράγοντας", Graham Greene



Εν μέσω μιας τεράστιας μετακόμισης και των εξαμηνιαίων εξετάσεων για το μεταπτυχιακό, η μικρή Κατερινούλα ήθελε να διαβάσει λογοτεχνία. Παρατηρούμε εδώ το οξύμωρον του πράγματος, μιας και το διάβασμα για το μεταπτυχιακό, δοκιμίων και λογοτεχνικών κειμένων, ήταν έτσι κι αλλιώς εξοντωτικό. Όμως η μικρή Κατερινούλα έπρεπε να διαβάζει γιατί αυτό ξέρει να κάνει καλά, γιατί αυτή είναι η ξεκούραση και η γιατρειά της. Κι ένα καλό βιβλίο μυθοπλασίας, από αυτά που σε παίρνουν μαζί τους και τριγυρνάνε μαζί σου όλη μέρα, όσο κουβαλάς κούτες και διαβάζεις για τον μοντερνισμό του Σεφέρη και γιατί είναι εθνικός ποιητής ο Παλαμάς, είναι η μοναδική ψυχαγωγία μου. Στα σαράντα μου αυτό είναι πια σαφέστερο από ποτέ. 

Και για αυτό κατέφυγα στην εγγυημένη απόλαυση∙ Γκράχαμ Γκρην. Ακόμα και στα πολύ Καθολικά του βιβλία, καταφέρνει να σε συναρπάσει, πόσο μάλλον σε αυτά που η θρησκεία δεν παίζει βασικό ρόλο. "Ο ανθρώπινος παράγοντας" είναι ένα από τα κατασκοπευτικά του, μοιάζει ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο του με τα βιβλία του ΛεΚαρέ. Πρωταγωνιστής ο Μορίς Κάσελ, ένας πράκτορας της Μ16 σε μια ασήμαντη θέση πια, στην ροή πληροφοριών από την Αφρική. Στην Υπηρεσία παρατηρείται μια διαρροή που θα πυροδοτήσει τον μηχανισμό που τελικά θα οδηγήσει να ξετυλιχτεί η ιστορία του Κάσελ με τη (μαύρη) γυναίκα του και τον γιο του που κατάφερε να τους φυγαδεύσει από τη Νότια Αφρική. 

Ο Κάσελ είναι ένας άνθρωπος της ρουτίνας. Του αρέσει η οικογενειακή ζωή και καταπιέζεται από τη μοναξιά που επιβάλλει η υπηρεσία, τον εξοντώνει που δεν μπορεί να μιλήσει σε κανέναν, ούτε καν στην οικογένειά του για αυτά που τον βασανίζουν. Φαντασιώνεται να παραιτηθεί, αλλά φυσικά το να παραιτηθείς από τις μυστικές υπηρεσίες είναι αδύνατον. Και νοιάζεται, παρ' όλο που δεν έχει φίλους, προσπαθεί έστω κάπως να ανοιχτεί στους άλλους πράκτορες, ακόμα και στους συνδέσμους του. Δεν είναι μια μηχανή πληροφοριών, έχει αισθήματα. Ό,τι κάνει εξάλλου, το κάνει από ευγνωμοσύνη.

Σε ένα βιβλίο γρήγορο και πολυπρόσωπο, που περιγράφει πολύ γλαφυρά τον κόσμο των «κατασκόπων», ο Γκράχαμ Γκρην καταφέρνει να διατηρεί τη λογοτεχνικότητά του. Παρόλο που ακολουθεί τον ήρωα του κατά πόδας, δεν παίρνει θέση, δεν γίνεται διδακτικός, μόνο στιγμές στιγμές στοχαστικός. Μιλάει για ζητήματα σοβαρά και άλλα κάπως τζειμσμποντικά, όπως το απαρτχάιντ και οι διπλοί πράκτορες, αλλά χωρίς καθόλου να εστιάζει στη βία. Ο Κάσελ δεν έχει τίποτε από τη γνωστή καρικατούρα του κατασκόπου, μοιάζει μάλλον με βαριεστημένο δημόσιο υπάλληλο σε εφορία. Το μυθιστόρημα κρατάει με αξιοθαύμαστο τρόπο τις πολιτικές ισορροπίες, σε εποχές που κάτι τέτοιο μοιάζει πολύ δύσκολο (εκδόθηκε το 1978).

Ο Γκράχαμ Γκρην είχε τη μαγική ικανότητα να γράφει, αυτό όριζε την κατά τα άλλα πολυτάραχη ζωή του, άφησε πίσω του πάνω από 100 μυθιστορήματα, τα μισά από τα οποία έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο—για τη γενιά μου αξέχαστο θα μείνει «Το τέλος μιας σχέσης» (“The end of the affair”) που βασιζόταν στην σχέση του με μια παντρεμένη γυναίκα, τη βαφτισιμιά του. Η γραφή του είναι γρήγορη και φαινομενικά απλή, οι ήρωες του εν πολλοίς του μοιάζουν, κατατρύχονται από υπαρξιακά άγχη και μια αίσθηση πως θα ήθελαν να ζουν μια πιο ήσυχη ζωή, ενώ ταυτόχρονα ζουν και δρουν όπως τους υπαγορεύουν οι καταστάσεις. Οι αμφιβολίες πάντοτε τους τριβελίζουν. 

Ομολογουμένως έχω διαβάσει πολλά από τα βιβλία του Γκρην. Δεν μοιάζει ποτέ αρκετός. Είναι σαν να λες πως έχεις διαβάσει πολύ Ντίκενς ή πολλή λογοτεχνία γενικά. Ο Γκράχαμ Γκρην με τη στρωτή, συνήθως γραμμική του αφήγηση και το μεγάλο ταλέντο να στήνει χαρακτήρες και ιστορίες, θα μας θυμίζει πάντα τα βασικά της λογοτεχνίας. 



                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Ο ανθρώπινος παράγοντας", Γκράχαμ Γκρην, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις, 2020, σελ. 370




30/6/20

"Φανή", Ευγενία Μπογιάνου





Η Ευγενία Μπογιάνου έχει εντρυφήσει ως τώρα σε μια πεζογραφία χαμηλότονη και ουσιαστική. Με τη «Φανή», το νέο της μυθιστόρημα, πήρε ένα μεγάλο ρίσκο, αποφάσισε να γράψει με τη φωνή μιας νεαρής φοιτήτριας για τη μάχη ενάντια στους νεοφασίστες. Και τα δύο μοιάζουν θέματα ανοίκεια για κείνη, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις τη γλώσσα μιας εικοσάχρονης που ανήκει στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο, να νιώσεις την ένταση και τον θυμό της. Κι είναι ακόμα πιο δύσκολο να μιλήσεις για έρωτα στις βαριές καύλες της μετεφηβικής ηλικίας κι όλα αυτά να συνδέσεις με έναν στυγερό ρατσιστικό φόνο. 

Η Φανή μοιάζει ώρες ώρες ολωσδιόλου πραγματική, άλλες πάλι διολισθαίνει σε μια ακαδημαϊκότητα μάλλον περίεργη για τόσο νέο κορίτσι, όσο ψαγμένο κι αν είναι. Το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει, ανάμεσα στα βαθιά αντιφασιστικά της ένστικτα, με τα οποία τη μεγάλωσε ο πατέρας, και τον έρωτα, βάζει ερωτήματα ηθικής που (θα έπρεπε να) αντιμετωπίζουν όλοι οι νέοι∙ πρέπει να αποφασίσεις, με ποιους θα πας, και ποιους θα αφήσεις. 

Η Φανή μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα της —η μητέρα της ήταν μια περιπέτεια του καλοκαιριού, και τη βλέπει μόνο σε βιντεάκια του γιουτιουμπ όταν εκείνη παρουσιάζει νέο βιβλίο. Στη μητέρα απευθύνει το κείμενο που γράφει η Φανή, ή καλύτερα στο φάσμα της απουσίας της. Ο πατέρας, με τον πολύ ήσυχο τρόπο του, είναι πάντα εκεί. Κι αυτό, διορθώνει τη μεγάλη πληγή που άφησε με το φευγιό η μάνα. Μου λείψε λίγη εμβάθυνση σε αυτό το τραύμα, είναι κομβικό στη ζωή της ηρωίδας, καθορίζει τον τρόπο που συμπεριφέρεται στον έρωτα. Στον έρωτα η Φανή ψάχνει τη μάνα της. 

Ο έρωτας είναι η άλλη λέξη κλειδί. Σε μια εποχή που τα πολιτικά ζητήματα μοιάζουν πάλι να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, εμείς που που ενηλικιωθήκαμε σε εποχές απολιτίκ, χάνουμε κάτι ουσιώδες. Η Φανή μπλέκοντας τα προσωπικά με τα πολιτικά έχει κάτι να κερδίσει στη ζωή της, η εμφάνιση των νεοναζιστικών μορφωμάτων κάνει επιτακτική την ανάγκη να πάρεις θέση. Μια εικοσάχρονη πολιτικοποιημένη κοπέλα σήμερα ζει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ζήσαμε εμείς είκοσι χρόνια πριν. Κι εδώ, σε στιγμές, νιώθω πως χάνεται η αίσθηση της δροσιάς της, πως μιλάει ένας πιο πολιτικά ορθός κόσμος μέσα από τα χείλη της, όσο εκείνη κάνει μανούρα στους φασίστες του διπλανού πάγκου ή καταλήγει χτυπημένη με γκλομπ στις πορείες. 

Την Φανή την αγάπησα, θα ήθελα να ήμουν εκείνη στα νιάτα μου. Προφανώς δεν ήμουν. Η Ευγενία Μπογιάνου ανέλαβε ένα δύσκολο έργο, έθεσε ψηλά τον πήχη, τα κατάφερε στο σύνολο, χάνοντας κάποιους πόντους στα σημεία. Λίγο σαν να την αδίκησε την ηρωίδα της, ο χαρακτήρας της είναι πλούσιος, και ολοκληρωμένος, σε έναν χαοτικό κόσμο. Από αυτόν τον κόσμο ήθελα μεγαλύτερη γεύση. 


                                                        

                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



"Φανή", Ευγενία Μπογιάνου. εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ. 261



19/6/20

"Αύριο θα μας λένε αλλιώς", Patricio Pron






Ο Patricio Pron είναι το νέο ανερχόμενο όνομα στην Ισπανόφωνη λογοτεχνία. Γεννημένος στην Αργεντινή το 1975, ζει πια στη Μαδρίτη, τη λογοτεχνική πρωτεύουσα όλου του λατινόφωνου κόσμου, κι είναι καθηγητής Ρομανικής φιλολογίας στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας. Για το βιβλίο αυτό πήρε το βραβείο Alfaguara, ίσως το σοβαρότερο της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας (και τα 175.000 δολάρια που το συνοδεύουν, δεν τα λες και λίγα). 

Ξεκίνησα το «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» με μεγάλες προσδοκίες, το θέμα του έμοιαζε πολύ κοντινό μου, κι αφορά τη γενιά μου. Οι προσδοκίες μου δεν ευοδώθηκαν. Ίσως τον τελευταίο καιρό να έχω διαβάσει υπερβολικά πολλές ιστορίες χωρισμού, μπορεί ο Φόερ, κι αμερικάνικος τρόπος του που μου ταιριάζουν, να τα είπε τόσο καλύτερα που να με έχει επηρεάσει. Πάντως το μυθιστόρημα του Pron απέτυχε να με ενθουσιάσει, σε έναν βαθμό μάλιστα με μπλόκαρε αναγνωστικά, χωρίς να νιώθω πως άξιζε τη δυσκολία και τον κόπο του. 

Ένα ζευγάρι 35αρηδων χωρίζει στη Μαδρίτη. Εκείνος είναι συγγραφέας δοκιμίων και δεν ξέρει να ζήσει χωρίς Εκείνη. Εκείνη είναι αρχιτέκτονας. Όλα τα σχέδια της τα αλλάζουν στο γραφείο που δουλεύει, τα αποπροσωποποιούν. Εκείνη επινοεί έναν φανταστικό εραστή για να τον χωρίσει. Εκείνος αρχίζει να βλέπεται με τη Μ. αλλά δεν έχουν σχέση. Όλοι παραμένουν ανώνυμοι. Όλοι θα μπορούσαν να είναι ο καθένας. Σε μια πόλη που όλοι φλερτάρουν με μηνύματα, σε μια εποχή που ακόμα και οι πιο δημιουργικές δουλειές – μιλάμε για έναν δοκιμιογράφο και μια αρχιτέκτονα διάολε- μοιάζουν εντελώς ανέμπνευστες και παγιωμένες. 

Η αφήγηση είναι πραγματικά κουραστική, αργή, υποτονική, ενώ τα συνεχή «Εκείνος» και «Εκείνη» απαγορεύουν την όποια ταύτιση, καταλήγουν μονότονα. Δεν είναι πως το μυθιστόρημα δεν πραγματεύεται ενδιαφέροντα πράγματα, αντιθέτως μοιάζει σαν να μπαίνει στο κουκούτσι του αδιεξόδου μας. Όλα αυτά που πάντα απασχολούσαν τους ανθρώπους, ο έρωτας, η αναζήτησης μιας απατηλής ευτυχίας, η ματαιότητα, όλα όσα κάνουν τη λογοτεχνία σημαντική, είναι εδώ, μας τα σερβίρουν στο πιάτο. Όμως ο τρόπος ξενίζει, και απωθεί. Είναι το ακριβώς αντίθετο της σβελτάδας του τίντερ, του facebook, των sms, που ορίζουν τις τωρινές μας σχέσεις, ο μακροπερίοδος λόγος αν και μοιάζει να καυτηριάζει αυτό που περιγράφεται, τελικά εγκλωβίζει. 

Δεν είναι πάντα αρετή ενός βιβλίο το να είναι «ευκολοδιάβαστο», συχνά τα σημαντικά δεν είναι. Όμως έχω την αίσθηση πως εδώ ο συγγραφέας κράτησε μόνο τη φόρμα, κι όχι τα πολλαπλά επίπεδα μιας τέτοιας αφήγησης. Μου έλειψε το βάθος. Το βάθος δεν υποβάλλεται, προκύπτει αβίαστα, από τις σκέψεις του ίδιου του αναγνώστη κι όχι από τη μορφή. Στην πολυπλοκότητα της εποχής μας, κι αυτού του διάτρητου πλέγματος που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, αξίζουν λιγότερο μονοδιάστατες προσεγγίσεις. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


«Αύριο θα μας λένε αλλιώς», Patricio Pron, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος, 2020, σελ. 310 











Υ.Γ. 42 Δεν πρέπει, λέει, να διαβάζω τα βιβλία με την κορδελίτσα τους. Δηλαδή εσείς τη βγάζετε, και μετά την ξαναβρίσκετε για να την ξαναβάλετε όταν γυρίσει στο ράφι; 

11/6/20

"Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ", Thomas Hardy



Δεν είχα διαβάσει ξανά Τόμας Χάρντυ –ούτε τον Τζουντ τον αφανή, αλλά αυτό θα διορθωθεί άμεσα. Ξεκίνησα τον Δήμαρχο του Κάστερμπριτζ σε μια παρόρμηση, χρειαζόμουν μια μεγάλη αφήγηση του 19ου αιώνα για να μπω ξανά σε αναγνωστικό ρυθμό. Ο Δήμαρχος γράφτηκε και εκδόθηκε σε συνέχειες το 1886, κι έχει τυπική δομή για την εποχή, ρεαλιστικό πλαίσιο, με αρκετά ρομαντικά κατάλοιπα, έντονη δράση σε κάθε επεισόδιο, cliffhangers για να αγωνιούν οι αναγνώστες για την επόμενη εβδομάδα. Σε πολλά σημεία θυμίζει Ντίκενς, και για αρκετά χρόνια η κριτική της εποχής, τοποθετούσε τον Τόμας δίπλα στον Τσαρλς, μέχρι που αποφάσισε να τον αποκαθηλώσει και τελικά ο Χάρντυ πικραμένος σταμάτησε να γράφει. Κι είναι κρίμα. Γιατί ο Χάρντυ, που εμφανώς έχει τεράστια αφηγηματική δεινότητα, ρέπει προς το αρχαίο δράμα κι αυτό τον ξεχωρίζει.

Πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα ο Χέντσαρντ. Όταν ήταν πολύ νέος, περιπλανώμενος θεριστής, πούλησε μεθυσμένος τη γυναίκα και το παιδί του σε έναν ναυτικό. Είκοσι χρόνια μετά, μάνα και κόρη, η Σούζαν και η Ελίζαμπεθ Τζέιν, τον βρίσκουν εγκατεστημένο στο Κάστερμπριτζ, δήμαρχο και πάμπλουτο. Αυτός θυμάται πάντα την ύβρι που διέπραξε τότε, δεν είναι παντρεμένος και έχει δώσει όρκο να μην πιει αλκοόλ ξανά για εικοσιένα χρόνια. Παρατάει την ερωμένη του, τη Λουσέτα, και παντρεύεται ξανά τη Σούζαν για να διορθώσει το κακό που έκανε. Παράλληλα προσλαμβάνει στη δουλειά έναν νεαρό Σκωτσέζο, τον Φάρφρι, που δείχνει να τον λατρεύει.

Σύντομα η Λουσέτα θα γυρίσει στην πόλη πάμπλουτη, η Σούζαν θα πεθάνει, ο Φάρφρι από καλύτερος φίλος θα γίνει ο πιο δεινός ανταγωνιστής του. Και τότε αρχίζει η πτώση, μια πτώση με διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας ή σεξπιρικού δράματος, ίσως μόνο ο Οιδίποδας ή ο βασιλιάς Λιρ μπορούν να συγκριθούν μαζί του. Κι αυτός, θα υπομείνει τα δεινά με την ίδια ξεροκεφαλιά, με την ίδια αυθάδεια προς τη ζωή. Θα καταλάβει λίγα, δεν έχει συνηθίσει να έχει ουσιαστικές σχέσεις με τους ανθρώπους, ακόμα κι όταν συνειδητοποιεί πόσο αγαπά την κόρη του, την Ελίζαμπεθ Τζέιν, πάλι την αδικεί. Ακόμα κι όταν γυρίζει η Λουσέτα, δεν φαίνεται να είναι πραγματικά ερωτευμένος μαζί της. Είναι ένας άνθρωπος εξουσίας. Συμβολίζει το παλιό, και στην παραγωγή και τον τρόπο που χειρίζεται τις επιχειρήσεις σιταριού. Αλλά μαθαίνει να ζει και χωρίς αυτά.

Αν και ο Χέντσαρντ πλαισιώνεται από πολύ δυνατούς χαρακτήρες, τον Φάρφρι, την Ελίζαμπεθ Τζέιν,  τη Λουσέτα, εν τούτοις είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, πάνω του πέφτει συνεχώς η ματιά του συγγραφέα, εκείνος μας νοιάζει είτε ζει μέσα στα πλούτη είτε στην ακραία φτώχεια. Οι υπόλοιποι είναι πιο καθωσπρέπει, ακόμα κι όταν ο Φάρφρι του παίρνει εντελώς τη θέση, το κτήμα, το δημαρχιλίκι, τη γυναίκα, δεν θα γίνει ποτέ εκείνος, η δική του αναπόφευκτη πτώση δεν θα είναι τόσο εντυπωσιακή, είμαστε σίγουροι για αυτό, αν και τον αφήνουμε σε παντοδυναμία. Τελικά νικούν οι πουριτανοί, οι συντηρητικοί, αυτοί που δεν αφήνονται στα πάθη. Αυτοί πρέπει να ζήσουν και χτίσουν την επόμενη γενιά και κοινωνία.

Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Δεν σε αφήνει να βαρεθείς στιγμή, σε βουτάει στο δράμα του, σε οδηγεί πέρα από την κάθαρση. Αυτό ξεχωρίζει τον Χάρντυ ως συγγραφέα, αν και φαίνεται πως η δομή της αρχαίας τραγωδίας τον κατευθύνει, την παραβιάζει. Η κάθαρση φαίνεται να έρχεται συνεχώς αλλά δεν έρχεται ποτέ. Η ύβρις παραμένει, γιατί ο Χέντσαρντ δεν μπορεί να αλλάξει. Η ύβρις τον κυνηγά, αλλά όχι με την απόλυτη θεϊκή έννοια, μα με την ανθρώπινη ξεροκεφαλιά. Ό,τι κι αν κάνει, παραμένει ένας «άνθρωπος με χαρακτήρα».

Ο Χάρντυ βαρυγκωμούσε τα μυθιστορήματα σε συνέχειες, θεωρούσε πως ήταν μόνο μέσα βιοπορισμού, μάλλον έβλεπε τον εαυτό του περισσότερο ως ποιητή. Στην πραγματικότητα μυθιστορήματα όπως ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ καθορίζουν τα αναγνωστικά μας γούστα, διαμορφώνουν αναγνώστες, είναι αρχέτυπα. Κι ας έχουν επαναλήψεις και ασυνέχειες, πού και πού και ανακολουθίες --πραγματολογικές και στην πλοκή--, που θα έκαναν έναν σύγχρονο επιμελητή να τραβάει τα μαλλιά του. Αυτό που μετράει είναι άλλο, η γλώσσα, η ιστορία κι ο τρόπος, η πλοκή∙ όπως πάντα στη λογοτεχνία δηλαδή.

 

                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ", Τόμας Χάρντυ, μετ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Gutenberg, 2019, σελ.600

2/6/20

"Η χορτοφάγος", Han Kang 한강





Είχα διαβάσει κάπως βιαστικά και σε μορφή e-book την Χορτοφάγο στην αγγλική μετάφραση πριν κάποια χρόνια. Τότε μου είχε φανεί αξιόλογη, αλλά όχι αξιομνημόνευτη. Όταν βγήκε εν μέσω καραντίνας στα ελληνικά, σκέφτηκα πως δεν το ξαναδιαβάσω. Όμως ήταν τόσο όμορφο το εξώφυλλο, κι έτσι μια μέρα φεύγοντας βιαστικά το έχωσα στην τσάντα μου. Το άρχισα στον δρόμο και το τελείωσα το ίδιο κιόλας βράδυ. Αυτή τη φορά μού φάνηκε εξαιρετικό, με την απαραίτητη δόση σεξουαλικής διαστροφής βεβαίως, μα πιο ενδιαφέρον, σχεδόν κινηματογραφικό. Πρέπει να λάβουμε βέβαια υπόψη μας τρεις παραμέτρους που μπορεί να διαφοροποίησαν την αίσθηση της ανάγνωσης: το διάβασα σε διαφορετική γλώσσα (αγγλικά-ελληνικά) χωρίς καμία να είναι η πρωτότυπη, με διαφορετικό τρόπο (ηλεκτρονικά- έντυπα) και δεύτερη φορά. Τι μέτρησε περισσότερο δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως ήταν σχεδόν σαν να διαβάζω άλλο βιβλίο. 

Η ΓίονγκΧιε είναι μια εντελώς συνηθισμένη και μέτρια γυναίκα. Έτσι ξεκινά να μας την συστήνει ο άντρας της, ο αφηγητής του πρώτου μέρους. Την παντρεύτηκε γιατί ποτέ δεν θα είχε απαιτήσεις από αυτόν, ήταν ήσυχη, υποτακτική και φυσιολογική σε όλα. Χωρίς φιλοδοξίες, χωρίς ιδιαιτερότητες. Ώσπου μια μέρα είδε ένα φοβερό όνειρο και πέταξε όλα τα ζωικά προϊόντα από τον καταψύκτη. Ο άντρας της περιγράφει το πόσο άλλαξε στο επόμενο διάστημα, δεν φορούσε σουτιέν, αρνιόταν να κάνει κοινωνική κουβεντούλα, έφτασε στο νοσοκομείο να κυκλοφορεί γυμνόστηθη. Και την χώρισε. 

Στα επόμενα δύο μέρη οι αφηγητές αλλάζουν. Σε κανένα μέρος δεν μιλάει η ίδια η γυναίκα, σχεδόν σαν να μην υπάρχει. Όμως είναι τόσο εκκωφαντική πια η παρουσία της, που τα διαλύει όλα∙ τη ζωή της και των γύρω της. Όσο βυθίζεται στην παράνοια, όσο ψάχνει έναν άλλον τρόπο να ζει, τόσο παρασέρνει και τους άλλους. Το αν θα σώσει ή όχι τελικά τον εαυτό της αρχίζει να μοιάζει αδιάφορο, τόσο για κείνην, όσο και για μας. 

Το μυθιστόρημα έχει φοβερές σκηνές όπως αυτή που προσπαθούν οι δικοί της με το ζόρι να την ταΐσουν κρέας, φοβερές σκέψεις, όπως αυτές που κάνει ο άντρας της για τη συμβατική ζωή τους, και του φαίνονται «φυσιολογικές», απίστευτες εικόνες με τεράστια λουλούδια πάνω σε γυμνά σώματα. Αυτό όμως που μαγνητίζει, είναι ο τρόπος της αφήγησης. Η ιστορία εξελίσσεται αβίαστα αν και οι αφηγητές είναι τρεις. Η ηρωίδα δεν είναι συμπαθής, δεν ταυτίζεσαι, είναι αυτή που είναι. Και το αποδέχεσαι, όσο οι γύρω της δεν μπορούν. 

Η μετάφραση στα ελληνικά μού φάνηκε πολύ καλή, έχει ρυθμό, με κράτησε συγκεντρωμένη. Στην κουβέντα αν άξιζε το Booker κι αν είναι αριστούργημα, μου φαίνεται πως δεν έχω να πω πολλά. Πρόκειται σίγουρα για ένα βιβλίο αξιοανάγνωστο και αξιομνημόνευτο. Από αυτά που χαίρεσαι να διαβάζεις, και δεύτερη φορά, και που τους αξίζει το πανέμορφο εξώφυλλο και η σκληρόδετη έκδοση. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Η Χορτοφάγος», Χαν Γκανγκ, μετ. Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ. 195