20/3/20

"Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο", Mia Couto



Ξεκίνησα να διαβάζω «Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο" γιατί κάτι έλεγε για ιπτάμενα πέη μες στη μέση της Εθνικής στο οπισθόφυλλο. Όχι, δεν είμαι τόσο ρηχή, ξεκίνησα να διαβάζω «Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο» γιατί ο Μία Κότου είναι μάλλον ο πιο μεταφρασμένος Μοζαμβικιανός συγγραφέας των καιρών μας. Τι συγγραφέας; Η Μοζαμβίκη είναι ελεύθερο κράτος κι όχι Πορτογαλική αποικία από το 1975. Μιλάμε για ένα κράτος εντελώς νεαρό, με μπλεγμένες εθνικές ταυτότητες ακόμα και γλώσσα. Επισήμως μιλιούνται τα Πορτογαλικά, αλλά υπάρχουν ένα σωρό τοπικές αφρικανικές διάλεκτοι και κάποιες κρεολικές, στις οποίες συνεννοούνται οι άνθρωποι. Ο Μία Κότου είναι ένας λευκός Αφρικανός, με κουλτούρα που πατάει και στην χώρα του και στην Πορτογαλία, γράφει σε ένα περίεργο γλωσσικό ιδίωμα μεταγράφοντας τα προφορικά πορτογαλικά της χώρας του, συχνά με λάθη ως προς το επίσημο συντακτικό. Και τον απασχολεί φυσικά το θέμα της ταυτότητας. 





Ένας Ιταλός επιτετραμμένος του ΟΗΕ φτάνει στην Μοζαμβίκη για να ερευνήσει γιατί οι κυανόκρανοι εκρήγνυνται. Δεν μένει τίποτα από αυτούς, παρά μόνον τα πέη τους, ένα μάλιστα καταλήγει μες στη μέση της Εθνικής οδού. Ο Εστεβάου Ζόνας, ο επικεφαλής της περιοχής, του δίνει κοντά κι έναν διερμηνέα. Κι έτσι ξεκινά μια ιστορία που καταλήγει σε νέες που φαίνονται γριές, και μάγους, και μια πουτάνα μάγισσα, την Άνα Ακχαινά. Εμείς ακούμε την αφήγηση του διερμηνέα, δεν είναι ακριβώς ο κεντρικός ήρωας, στην κουλτούρα της Μοζαμβίκης εξάλλου η ατομικότητα είναι ανύπαρκτη ως έννοια. Πρόκειται για τον μεταφραστή της ιστορίας και ολόκληρης της πόλης. 

Μιλάμε για ένα περίεργο μίγμα ρεαλισμού και φαντασίας, που έχει να κάνει με την ίδια τη συνείδηση της χώρας και των ανθρώπων της. Ο Κότου μιλάει για τον εμφύλιο, για την εξάρτηση από ξένες χώρες, για τον τρόπο που βλέπουν οι άνθρωποι τα πράγματα. Μιλάει για εξωφρενικά πράγματα με τον πιο φυσικό τρόπο και μέσα σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό κατορθώνει να περάσει μια ηρεμία, μια απόκοσμη ησυχία μέσα σε εκρήξεις και μάγους πως τελικά όλα θα πάνε καλά. Γιατί οι άνθρωποι στη Μοζαμβίκη έτσι έχουν μάθει να επιβιώνουν, βγάζοντας τα κόκαλά τους και απλώνοντάς τα σε δέντρα να ξεκουραστούν, μένοντας μια άμορφη εύπλαστη μάζα που περικλείει όλη τη σοφία του κόσμου. 

Απόλαυσα τα φλαμίνγκο, δεν ένιωσα τίποτα οικείο στην ατμόσφαιρα, στον τρόπο γραφής, στη νοοτροπία. Κι αυτό είναι που το έκανε τόσο ενδιαφέρον και αληθινό. Δεν γράφει ένας δυτικός αποικιοκράτης για τη Μοζαμβίκη. Εδώ γράφει ένας Αφρικανός.


                                                                       Κατερίνα Μαλακατέ


"Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο", Mia Couto, μετ. Νίκος Πρατσίνης, εκδ. Gutenberg, 2020, σελ. 324








Υ.Γ. 42 Εν τω μεταξύ τι φάση, για πείτε εσείς που ξέρετε πορτογαλικά, πώς το Couto προφέρεται Κότου; 


10/3/20

"Πάνω στα ποτάμια που κυλούν", António Lobo Antunes



Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που γράφει ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες. Καταργώντας κάθε σύμβαση της αφήγησης, αφήνεται σε έναν χείμαρρο λέξεων, φαινομενικά χωρίς αρχή και τέλος, αδιαφορώντας για τη σύνταξη και τη στίξη. Όμως δεν αδιαφορεί για τον ρυθμό, ούτε για όλα όσα πρέπει να ειπωθούν- συχνά σπαρακτικά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως τον λένε συχνά «η συνείδηση της Πορτογαλίας». 

Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε νοσοκομείο της Λισαβόνας, οι γιατροί του έχουν βρει έναν αχινό που μεγαλώνει μέσα του∙ καρκίνος. Μέσα στην αχλή των φαρμάκων, ανάμεσα σε εντολές γιατρών και σκόρπια λόγια, θα αναλογιστεί τη ζωή του, θα αναμετρηθεί με τη μνήμη, θα στήσει εικόνες και μυρωδιές και ήχους. Ο Αντούνες θα καταφέρει να περάσει στον αναγνώστη με έναν τρόπο μεγαλειώδη, την επίδραση που έχουν τα οπιοειδή στο ανθρώπινο μυαλό, μαζί με τον φόβο του επικείμενου θανάτου. Θα κάνει το βίωμα του ποίηση και την ποίηση πεζογραφία, γιατί πίσω από όλα αυτό κρύβεται μια αιχμηρή ιστορία, η διαπλοκή με τη θνητότητα και η μάχη με τον θάνατο, η δική του. 

Δεν ξέρω αν το «Πάνω στα ποτάμια που κυλούν» είναι μυθιστόρημα. Πάντως μόνον ένας σπουδαίος συγγραφέας θα κατόρθωνε να κάνει την απόγνωση, λογοτεχνία. Αυτό που βγαίνει από το κείμενο το έχει ζήσει όποιος έχει βρεθεί σε αντίστοιχη κατάσταση, φλομωμένος από τα φάρμακα και χωρίς να ξέρει αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Το πανανθρώπινο μήνυμα από όλον αυτόν τον χείμαρρο είναι ένα: είμαστε οι ιστορίες μας, οι μνήμες, και οι εικόνες που μένουν στο κεφάλι μας. Ορίζουμε τον εαυτό μας μέσα από την εμπειρία, ακόμα κι όταν μπορούμε με κάποιον μαγικό τρόπο να σταθούμε έξω από μας και να κοιτάξουμε. 

Το βιβλίο δεν είναι με κανέναν τρόπο για την ασθένεια και τον θάνατο, όχι μόνο. Είναι ένα κείμενο για τον άνθρωπο, για το τι μας ορίζει και τι μας θρέφει, τι μένει και τι μας κάνει ζωντανούς κάθε ώρα. Διαβάζεται σχεδόν με μια ανάσα, αν το αφήσεις σε αφήνει, πρέπει να μπεις στον κόσμο του, να το αφήσεις να σε ρουφήξει, να μη σκέφτεσαι πού ήμουν, τι λέμε, τι κάνουμε, μόνο να αφουγκράζεσαι. Κι είναι ένα κείμενο που με έκανε να ζηλέψω βαθιά, θα ’θελα κάποτε κι εγώ να μπορέσω με αυτόν τον τρόπο να ξορκίσω τα δικά μου βιώματα.



                                               Κατερίνα Μαλακατέ 



"Πάνω στα ποτάμια που κυλούν", Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, μετ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Πόλιες, 2019, σελ.276 









4/3/20

"Διηγήματα Α΄και Β'", Γεώργιος Βιζυηνός



Αισθάνομαι πάντα όταν ξεκινάω να διαβάσω κάποιο διήγημα του Βιζυηνού μια ανοιχτωσιά, μια αίσθηση πως ο κόσμος ανοίγει και πλαταίνει. Μπορεί να φταίει αυτή η φτερωτή γλώσσα, η ιδιότυπη καθαρεύουσα στις περιγραφές, η μαλλιαρή δημοτική στους διαλόγους. Πάντως είμαι σχεδόν σίγουρη πως αυτό που φταίει είναι η ψυχή του συγγραφέα, η αίσθηση πως αυτά τα κείμενα, τα τόσο βιογραφικά, περικλείουν κάτι από την ίδια την ανθρωπότητα, κάτι ανείπωτο, που μόνο οι μεγάλοι συγγραφείς μπορούν να εκφράσουν, συχνά ερήμην τους. Γοητεύομαι. Αυτή είναι η σωστή λέξη. Αφήνομαι στις ιστορίες του, εκπλήσσομαι κάθε φορά, κάνω πως δεν θυμάμαι μήπως και νιώσω όπως εκείνη την πρώτη φορά που τον διάβασα. Αποκάλυψη. Τελικά αυτό νιώθω, κι ας θυμάμαι την αρχή και το τέλος, μερικές φορές φράσεις ολόκληρες.

Ο Βιζυηνός ήταν πνεύμα ολάνθιστο, άνθρωπος μπροστά από την εποχή του, ήξερε να μπαίνει στην ψυχή των ηρώων του, δεν δίσταζε, ούτε μπροστά σε πράγματα που κανονικά δεν λέγονται –πώς πέθανε η αδελφή του, ο πόθος του για ένα κορίτσι δεκατετράχρονο, τι ευχόταν η μάνα του, τι είναι πατρίδα, ποιος οικογένεια, τι είναι συνείδηση, τι σχέση έχει η μοίρα, τι είναι ο έρωτας, πόση ματαιότητα κρύβει η ζωή. Η παλιομοδίτικη αίγλη των διηγημάτων του καταρρέει μόλις συνειδητοποιείς τη θεματολογία του, παρά τα κοινώς θρυλούμενα, δεν είναι ηθογράφος, είναι ψυχογράφος. 

Αντλεί υλικό από τα παιδικά του χρόνια και τους νεκρούς του. Αυτή η φαινομενική αντίφαση ήταν που στήριζε τα πεζά του. Ο θάνατος για κείνον είναι πανταχού παρόν, ελλοχεύει σε κάθε γωνιά, είναι ταυτόχρονα παράλογος και λογικός, συμβαίνει. Μιλά πρωτοπρόσωπα, γράφει το νέο τότε είδος του διηγήματος –τον παρότρυνε ο Βικέλας να το δοκιμάσει— και το κάνει ολόκληρο δικό του. Αν και έχει ρεαλιστικά και νατουραλιστικά στοιχεία, άλλωστε λογοτεχνικά ανδρώθηκε στην Γαλλία, ξεπερνάει τους κανόνες του είδους, δεν παραμένει ούτε αμέτοχος, ούτε πανεπόπτης αφηγητής, μπαίνει βαθιά στην ιστορία.

Ήταν για χρόνια για σπουδές στη Γερμανία –ο βίος του είναι αρκούντως ταραχώδης, το πώς κατέληξε από ορφανό στην Θράκη στα πέντε του, μαθητευόμενος ραφτάκος στην Πόλη στα εννιά του, να κάνει στη Γερμανία σπουδές ψυχολογίας στα είκοσι, δασκαλάκος και μεταλλωρύχος στα τριάντα και μετά με νόσο των νεύρων και του μυελού των οστών που τον οδήγησε στο Δρομοκαίτειο πριν πεθάνει στα 47 του είναι από μόνο του μια σπουδαία ιστορία— και επηρεάστηκε αρκετά από τον Ρομαντισμό και το κίνημα Θύελλα και Ορμή. Αν κι είχαν περάσει ήδη εκατό χρόνια από τον "Βέρθερο" του Γκαίτε, ειδικά στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» οι ήρωες δείχνουν να πηδούν από τις σελίδες του Γερμανού. 

Ο Βυζηινός, κι ας τον κορόιδευαν οι συγκαιρινοί του για τον τρόπο που απήγγειλε τα ποιήματα του [αναγκάστηκαν να μετονομάσουν την πρώτη του ποιητική συλλογή «Άραις μάραις κουκουνάρες» σε «Βοσπορίδες αύραι» στις επόμενες εκδόσεις] ήταν ένας άνθρωπος με ιδέες που μοιάζουν σύγχρονες ακόμα και τώρα. Έκανε την διατριβή του με θέμα «Το παιδικό παιχνίδι από άποψη ψυχολογική και παιδαγωγική» το 1881 (!) Εκμεταλλευόμενος την καταγωγή του μίλησε για τη φιλία Τούρκων και Ελλήνων, δεν δίστασε ούτε καν μπροστά στη διαφορετική θρησκεία, ούτε φυσικά στη διαφορετική εθνικότητα και την αντιπαλότητα των δύο λαών. Και το ακόμα πιο εντυπωσιακό, σε τρία τουλάχιστον διηγήματα, ο Βιζυηνός ασχολείται με τη ρευστότητα φύλου. Στον «Μοσκώφ Σελήμ» αλλά και στο «Μόνον της ζωής του ταξίδειον», μιλά για μια πρακτική που συνηθιζόταν μεν, αλλά κανείς δεν μιλούσε για αυτήν: αγοράκια που τα έντυναν κοριτσάκια ως τα δώδεκα, για λόγους ασφάλειας ή συναισθηματικούς. Αλλά και στο «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», ο αφηγητής-ποιητής ερωτεύεται ένα έφηβο κορίτσι, που πολύ μοιάζει με αγόρι. 

Κάθε φορά που διαβάζω «Το αμάρτημα της μητρός μου», κλαίω την ώρα που ο αφηγητής ακούει τη μαμά του να προσεύχεται να πεθάνει αυτός αντί για το κορίτσι της. Κάθε φορά που διαβάζω το «Ποιος ήτον ο φονευς του αδελφού μου» κλαίω την ώρα της αποκάλυψης. Και κάθε φορά, την ώρα που ο παππούς λέει Χατζίδενα τη γιαγιά στο «Μόνο της ζωής του ταξίδειον» νιώθω την πίκρα και τη ματαίωσή του ως το μεδούλι. 

Ο Βιζυηνός δεν θα έπρεπε να με επηρεάζει. Είναι μακρινός. Μοιάζει παρωχημένη η γλώσσα του. Πέθανε τρελός στο φρενοκομείο, «ένας τρελός ησυχώτατος», όπως διαβεβαιώνει ο Παλαμάς. Ο Βιζυηνός είναι ο μπαμπάς μας, ο πρόγονος κάθε πεζογράφου στην Ελλάδα. Τα διηγήματα του –τέσσερα όλα κι όλα εξέδωσε εν ζωή, τα άλλα δύο μετά θάνατον, τα υπόλοιπα είναι παιδικά αφηγήματα— είναι οι βάσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κι ο τρόπος που φέρθηκε το κατεστημένο στην περίεργη φιγούρα του, μια ιστορία επαναλαμβανόμενη, από την οποία δεν θα μάθουμε ποτέ.



                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ


"Διηγήματα Α'" ["Το αμάρτημα της μητρός μου", "Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου","Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως"], Γεώργιος Βιζυηνός, εκδ. Νεφέλη, 1988, σελ. 153

Διηγήματα Β'" ["Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας", "Το μόνο της ζωής του ταξίδειον", "Ο Μοσκώβ-Σελήμ"], Γεώργιος Βιζυηνός, εκδ. Νεφέλη, 1988, σελ. 223






27/2/20

"Κάποιοι άλλοι", Ιάκωβος Ανυφαντάκης



Ένας άντρας πέφτει νεκρός από τον ουρανό στην ταράτσα του σπιτιού του Βαγγέλη και της Μάρως στο Γκντανσκ. Οι δυο τους έχουν μεταναστεύσει σχετικά πρόσφατα εκεί, η Μάρω είναι γιατρός και βρήκε σχεδόν αμέσως δουλειά στην Πολωνία, ενώ ο Βαγγέλης, που ήταν δημοσιογράφος στα πολιτιστικά μιας εφημερίδας, παραμένει άνεργος. Ο Βαγγέλης παθαίνει εμμονή με τον νεκρό άντρα, που αποκαλύπτεται πως είναι ένας Αμερικανός ονόματι Ρέι Πάρκερ. Πιστεύει πως αν λύσει το μυστήριο  —γιατί ένας Αμερικανός, κι όχι ένας μετανάστης που προσπαθούσε να μπει στην Ευρώπη, βρέθηκε στους τροχούς ενός αεροπλάνου αντί για την καμπίνα και πάγωσε ζωντανός— θα γράψει ένα τόσο φοβερό άρθρο που θα το πουλήσει ακριβά και η ζωή του θα ξαναμπεί σε τροχιά. 

Ο Βαγγέλης περνάει τη μέρα του τρέχοντας με μια νεαρή Πολωνή, την Αγκάτα, και κάνοντας skype με συγγενείς και φίλους του Ρέι Πάρκερ. Μοιάζει να έχει χάσει εντελώς τον ρυθμό του, να μην μπορεί να ζήσει φυσιολογικά πια, αφού όλες οι σταθερές και τα ερείσματά του έχουν καταρρεύσει. Ξεψαχνίζει τη ζωή του Ρέι Πάρκερ, για να μην νιώθει τον πόνο του: είναι ένας αποτυχημένος, ο γάμος του διαλύεται, ο ίδιος είναι ένα συντρίμμι που δεν βρίσκει από πουθενά να πιαστεί. 

Το «Κάποιοι άλλοι» είναι ένα μυθιστόρημα για τους ανθρώπους της κρίσης, ένα βιβλίο για την αποτυχία και τη ματαίωση, για τη μετανάστευση και τη ματαιότητα της ζωής. Αλλά κυρίως είναι ένα βιβλίο για τους ανθρώπους της γενιάς μας, εφοδιασμένους με πτυχία και προσδοκίες, με όνειρα ή και πλαστά όνειρα, για σταθερή δουλειά, και σπίτια και εξοχικά και δύο αυτοκίνητα και ευμάρεια, που συγκρούστηκαν μετωπικά με τον τοίχο της κρίσης. Η οικονομική δυσχέρεια, κάτι που δεν φανταζόταν ο ήρωας στην αρχή όταν έχασε τη δουλειά του, μα που κατάλαβε καλά δεκατέσσερις μήνες μετά που τελείωσαν τα λεφτά που είχε στην άκρη και αναγκάστηκε να "σκοτώσει" το αμάξι του, και μετά να δέχεται να τον τρέφει η γυναίκα του στην Πολωνία, κάνει τα πάντα να φαίνονται πιο σκοτεινά και δυσοίωνα. Ο Βαγγέλης έχει μια βίαιη πλευρά, είναι ένας άντρας συνηθισμένος στα προνόμια του, κι όταν ο κόσμος του γκρεμίζεται, αντιδρά με τρόπο αντισυμβατικό. Δεν είναι ένας πάντα συμπαθής χαρακτήρας. Όμως δεν μπορείς με σιγουριά και να τον αντιπαθήσεις, με κάποιον τρόπο, τον καταλαβαίνεις κι ας μην τον έκανες ποτέ φίλο. 

Το μυθιστόρημα έχει στην αρχή μια άρρυθμη αίσθηση, που σε πετάει εκτός στην ανάγνωση, όμως όσο περνούν οι σελίδες και επικεντρώνεται στον ήρωα, βρίσκει πατήματα. Το αστυνομικό κομμάτι —οι έρευνες για τον Ρέι Πάρκερ— είναι μάλλον το πιο αδύναμο. Η δύναμή του είναι ο κεντρικός χαρακτήρας, που τραβάει ένα ζόρι πολύ κοινό, αν και το χειρίζεται με μάλλον αλλόκοτο τρόπο. Και η γλώσσα. Από κάποιο σημείο και μετά ο Ανυφαντάκης αφήνεται και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση βρίσκει ορμή και σε παίρνει μαζί της, νιώθεις το βιβλίο να πάλλεται. Και οι επιτέλους ανθρώπινες ερωτικές σκηνές, χωρίς την τάχαμου αιδημοσύνη που μπλοκάρει τη λογοτεχνία μας τα τελευταία χρόνια. 

Δεν έχω διαβάσει τα δύο προηγούμενα βιβλία του Ιάκωβου Ανυφαντάκη. Ανήκει σε μια πολλά υποσχόμενη γενιά για την πεζογραφία μας, ανθρώπων που έχουν διαβάσει πολύ κι αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν. Το «Κάποιοι άλλοι» είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως πρώτη φορά ο συγγραφέας του δοκιμάζεται στη μεγάλη φόρμα. Και μια υπόσχεση, για ακόμα καλύτερα βιβλία στο μέλλον.



                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


"Κάποιοι άλλοι", Ιάκωβος Ανυφαντάκης, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 340

19/2/20

"Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων", Juan Jacinto Muñoz Rengel

το παπαγαλόσκυλο


Ο πιο εύκολος τρόπος να περιγράψεις "Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων" υπάρχει μέσα στο ίδιο το βιβλίο κι είναι με τα λόγια του συγγραφέα του: 

Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων και των άγνωστων πλανητών που περιέχει τις λεπτομερείς και πολύ ειλικρινείς {μικρο}αφηγήσεις των μεγάλων υπερφυσικών και παράξενων γεγονότων αυτού του κόσμου, καθώς και τις {μίνι} εποποιίες άλλων τόσων εξωγήινων άθλων και μια συλλογή από τις διαφορετικές και αξιομνημόνευτες ερωτικές πρακτικές, εκδικήσεις και βασανιστήρια, θανάτους μετενσαρκώσεις, πνεύματα και φαντάσματα, ερπετά, τέρατα, ανέφικτες αρχιτεκτονικές, τα χρονικά της κατάκτησης του διαστήματος και την αναζήτηση του θεού

Πρόκειται λοιπόν για μικρά ως πολύ μικρά κείμενα, που ξεκινούν από κάποια φιλοσοφική και υπαρξιακή αγωνία, τον θεό, τον έρωτα, τη ζωή, τον θάνατο, τη ζωή σε άλλους πλανήτες, και καταλήγουν σε έναν κόσμο όπου το φανταστικό μπλέκεται με το πραγματικό. Στην Ισπανία, όπως και στην Ελλάδα, η λογοτεχνία του φανταστικού δεν χαίρει μεγάλης εκτίμησης, οι σπουδαίοι σύγχρονοι συγγραφείς ποντάρουν στον ρεαλισμό με μικρές δόσεις μεταμοντέρνου. Ο Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ (ή Χότα Χότα όπως τον αποκαλεί η μεταφραστική του ομάδα στα ελληνικά), είναι ένας συγγραφέας που δεν φοβάται το φανταστικό, το χρησιμοποιεί και το μεταπλάθει, πατά γερά στην παράδοση του Χουάν Ρούλφο, του Χ.Λ.Μπόρχες —"το βιβλίο των φανταστικών όντων"—, του Κορτάσαρ —με το "Αξολότλ". Και με έναν περίεργο τρόπο, γιατί οι λαοί δένονται, καταλήγει να φτιάξει διηγήματα που μοιάζουν εκπληκτικά με αυτά στο «Όντα και μη όντα» του Αργύρη Χιόνη. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ύπαρξη ενός τερατολογίου πριν τα περιεχόμενα. 

Τα μικρο-αφηγήματα χωρίζονται σε τρία μέρη: Urbi, πόλη, Orbe, οικουμένη και Extramundi, κι άλλοι κόσμοι. Η λατινική φράση Urbi et Orbi που χρησιμοποιείται τόσο συχνά σε διεθνείς Συνθήκες και συμβόλαια, μοιάζει σαν να είναι προγραμματική δήλωση του Χ.Χ. Θα γράψει για τα μεγάλα και τα υψηλά, αυτά που αφορούν το αστικό τοπίο, την οικουμένη όπως την ξέρουμε και τους άλλους κόσμους που ακόμα δεν ξέρουμε, με όχημα το μικρό και το πάρα πολύ μικρό διήγημα. Σε κάποιες στιγμές τα κείμενά του έχουν τόσο ρυθμό που δεν ξεχωρίζουν από ποίημα. Η γλώσσα του φαίνεται να ρέει —ακόμα και στην ελληνική μετάφραση που έχει τόσους μεταφραστές— και του αρέσει να παίζει μαζί της, χωρίς να φοβάται. Άλλοτε είναι τελείως απλή κι άλλοτε διανθίζεται, γίνεται πληθωρική. Ο συγγραφέας αγαπά τους νεολογισμούς και τα λογοπαίγνια, κρύβεται μερικές φορές πίσω από τη γλώσσα κι άλλες την αφήνει να αναλάβει τα ηνία. 

Μόνο έτσι, με μικρές μπουκιές ανάγνωσης, κόβοντας φέτες την πραγματικότητα, κατακερματίζοντάς την, βρίσκει ψήγματα αλήθειας. Όταν το μυαλό αφήνει πίσω τις αντιστάσεις του, ξέρει πως μπορεί ανά πάσα στιγμή να εμφανιστεί ένας τύπος με γαλάζια χαίτη σε όλο του το σώμα, μια αγελάδα που λύνει την υπόθεση του Ρίμαν ή ένας βιογύπας, τότε η πραγματικότητα αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές, από αυτές μόνο μπορεί να φτάσεις στην κατανόηση του κόσμου. 

Στην αρχή το τοπίο είναι αστικό, μετά οικουμενικό, τελικά εντελώς φανταστικό. Ο Χ.Χ. δεν διστάζει να κάνει κριτική της κοινωνίας, να μιλήσει για οικολογία, για γυναικοκτονίες, για τον θάνατο∙ και να τον αντιστρέψει. Ο χρόνος και η χρονική σειρά τον πραγμάτων τον απασχολεί σε πολλά διηγήματα, σε ένα μια γυναίκα που γεννάει αποδεικνύεται πως μόλις γεννιέται, σε ένα άλλο ο τελευταίος πρόγονος ενός ζευγαριού μπαίνει ξανά στο σώμα της γυναίκας με αβάσταχτους πόνους. Η ζωή μοιάζει να είναι εξίσου παράλογη με το τέλος, συνήθως την εξορθολογίζουμε και χρεώνουμε στο τέρμα όλα όσα συνέβησαν στην αρχή. Εδώ η αρχή και το τέλος μοιάζουν αξεδιάλυτα, ο χρόνος άλλοτε συστέλλεται κι άλλοτε διαστέλλεται, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μία σύμβαση. Αυτό κάνει ο Χ.Χ. με αυτή τη μικρή συλλογή, σπάει τις συμβάσεις. Δεν διστάζει ούτε μπροστά στους θεούς ή τον θεό. Δεν διστάζει ούτε μπροστά στον εαυτό του. Η ζωή ξεγυμνώνεται, και ο ίδιος ξεγυμνώνεται, φτιάχνει καινούργιες λέξεις, για νέες υπάρξεις. Ούτε διστάζει να χρησιμοποιήσει την μυθολογία και να τη διαστρέψει- πιο χαρακτηριστική η ανατροπή του Δούρειου Ίππου. Κι ούτε έχει θέμα με την σεξουαλικότητα, τον ερωτισμό και τον αισθησιασμό, είναι μέρος της ζωής, ακόμα κι αν έχεις άλλη όψη κι άλλο σχήμα.  

Είχε δύο αγόρια δίδυμα, ολόιδια. Εκείνη τα έντυνε με τα ίδια ρούχα και τους έφτιαχνε συμμετρικά πρωινά κάθε πρωί. Εκείνα συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο κι έμοιαζε να έχουν μία και μόνη προσωπικότητα. Και τα δύο έπαιρναν τους ίδιους βαθμούς στο σχολείο, έκαναν μελανιά στο ίδιο γόνατο --την ίδια μέρα, την ίδια ώρα--, τους άρεσε το ίδιο κορίτσι, μιλούσαν ταυτόχρονα για να πουν μια παρόμοια φράση. Εκείνη τα σκέπαζε με τον ίδιο τρόπο κάθε βράδυ, σε αντίστοιχα δίδυμα κρεβάτια, το καθένα κάτω από το δικό του γαλάζιο πουπουλένιο πάπλωμα. Ύστερα, πλησίαζε σιωπηλά ένα από αυτά, πάντα το ίδιο, και του ψιθύριζε στο αφτί: "Εσύ είσαι ο αγαπημένος μου". 

Το μικρό κείμενο —εδώ μιλάμε ακόμα και για μία μόνη φράση— έχει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Χωρίς να σε προετοιμάσει επαρκώς, χωρίς να νοιάζεται για το πριν και το μετά, σε ξεβράζει άλλοτε πάνω στην κορύφωση, κι άλλοτε πάνω στην κάθαρση ενός μεγαλύτερου κειμένου. Ο αναγνώστης πρέπει τότε να συμβάλει στη συγγραφή, να γεμίσει τα κενά με βάση τη δική του εμπειρία, να νιώσει όπως ο συγγραφέας ή και τελείως διαφορετικά. Είναι ο συγγραφέας ένας μικρός θεός; Στο σύμπαν του είναι. Τον αποκαθηλώνει μόνο ο αναγνώστης. 

Σε κάποια μικροκείμενα ο ΧΧ το έχει καταφέρει εκπληκτικά, σε άλλα μοιάζει να μας ταΐζει μασημένη τροφή και να προσγειώνει τη φαντασία. Πάντως σε ελάχιστα δεν δίνει έρεισμα στο ασυνείδητο να κάνει τις δικές του παραλλαγές. Κι αυτό κάνει αυτό το μικρό βιβλίο, μεγαλύτερο. Μπορείς αν θες να το διαβάσεις σε ένα απόγευμα και μετά να το ξεχάσεις. Λίγο όμως να είσαι μαθημένος, να έχεις διαβάσει Πεσόα, Καλβίνο ή Μπόρχες, τότε ξέρεις πως αυτά είναι από τα βιβλία που μένουν στο προσκεφάλι σου για καιρό. Μπορείς να τσαλαβουτάς μέσα τους όπως και όποτε θες, μετά την πρώτη ανάγνωση. Και τα κείμενα θα σε αποζημιώσουν, θα δώσουν στην καθημερινότητα ρυθμό και στίγμα. Έστω κι αν απλά διαβάσεις τον κολοφώνα: Η εκτύπωση της συλλογής διηγημάτων του Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ, «Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων», στα ελληνικά, ολοκληρώθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2019, στιγμή κατά την οποία το Σύμπαν συμπλήρωνε 13.789 εκατομμύρια χρόνια, πέντε μήνες, δεκαεννιά μέρες και έξι ώρες. 


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ

"Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων", Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ, μετ.Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αναστασία Γιαλαντζή, εκδ. Opera, 2019, σελ. 136






Υ.Γ.42 Η μετάφραση είναι προϊόν εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης και επιμέλειας από τα ισπανικά στα ελληνικά που οργάνωσαν και συντόνισαν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η Αναστασία Γιαλαντζή στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας Abanico σε δύο περιόδους: Οκτώβριος 2017-Απρίλιος 2018 και Οκτώβριος 2018-Μάρτιος 2019. Μετέφρασαν οι: Μαρία Αθανασιάδου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Νίκος Μανουσάκης, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου

Υ.Γ42-42 το κείμενο, με μικρές προφορικές παραλλαγές, διαβάστηκε το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου, στη σχετική εκδήλωση στο Abanico.

12/2/20

"Δόκτωρ Ζιβάγκο", Boris Pasternak





Έχουν περάσει κοντά εικοσί πέντε χρόνια από την πρώτη μου ανάγνωση του Δρ. Ζιβάγκο του Μπαρίς Παστερνάκ. Αμφιβάλλω πως στην πρώτη εκείνη εφηβική ανάγνωση είχα συνειδητοποιήσει το πολιτικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος, ή καταλάβει πως ο Δρ Ζιβάγκο, παρόλο που μοιάζει πολύ με Ντοστογιέφσκι ή Τολστόι στον τρόπο αφήγησης, είναι ένα μυθιστόρημα που εκδόθηκε το 1957. 

Ο Παστερνάκ ξεκίνησε ως φουτουριστής ποιητής, στην ομάδα του Μαγιακόσφσκι. Η ποιήση του υπήρξε καθοριστική για τους νεότερους Οσίπ Μάντελσταμ (δεν κατάφερε να τον σώσει στο περιβόητο επεισόδιο με το τηλεφώνημα του Στάλιν) και Μαρίνα Τσβετάγεβα (η τριπλή αλληλογραφία τους με τον Ρίλκε είναι κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας). Αν και προερχόταν από καλλιτεχνική οικογένεια κι είχε τη δυνατότητα να φύγει στο εξωτερικό, δεν τους ακολούθησε και παρέμεινε στην ΕΣΣΔ, για πολλά χρόνια υποστηρικτής του καθεστώτος. Σιγά σιγά η ποιήση του απλοποιήθηκε κατ’ απαίτηση της εξουσίας. Ο ίδιος περιορίστηκε στις (πολύ σημαντικές) μεταφράσεις. Άρχισε να γράφει τον Δρ.Ζιβάγκο κάπου ανάμεσα στο 1910 και το 1920 όμως δεν τον ολοκλήρωσε παρά τη δεκαετία του '50. Το βιβλίο δεν πήρε έγκριση για έκδοση από το σοβιετικό καθεστώς που θεώρησε πως μιλά για το ατομικό κι όχι το κοινωνικό καλό και φυγαδεύτηκε στην Ιταλια, όπου και πρωτοκυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Φελτρινέλι (που έχει ακόμα τα παγκόσμια δικαιώματα). Στον Παστερνάκ δόθηκε το 1958 το Νόμπελ, δεν το παρέλαβε καθ’ υπόδειξιν την Μόσχας, κι έναν χρόνο μετά πέθανε. 

Το μυθιστόρημα ακολουθεί τον Γιούρα Ζιβάγκο από τα δέκα χρόνια του-- να κλαίει πάνω από το μνήμα της μάνας του-- ως τον θάνατο. Ο Ζιβάγκο είναι ένα φαινομενικά αντιφατικός χαρακτήρας, γίνεται γιατρός, είναι ποιητής, παντρεύεται σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί την Τόνια, που οι γόνεις της τον μεγάλωσαν στα εφηβικά του χρόνια. Κι έπειτα καθώς μπλέκει στη δίνη των πολέμων και της επανάστασης, χωρίς καν να το καταλάβει πώς η ζωή του παίρνει αυτή την τροπή, ερωτεύεται τη Λάρα. Από γιατρός στη Μόσχα, καταλήγει σε ένα παγωμένο χωριό στα Ουράλια, με την οικογένειά του να πεινάει. Αν και στην αρχή συμπαθεί την ιδέα της επανάστασης, όταν συνειδητοποιεί τη βία, δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Ο Ζιβάγκο είναι ένας σπασμένος άνθρωπος. Ακολουθούμε την πορεία του προς τη διάλυση. Δεν παίρνει πάντα συνειδητές αποφάσεις, άλλοτε βολεύεται, άλλοτε σκέφτεται, άλλοτε γράφει, ερωτεύεται. Τον διαλύει ο πόλεμος. Η ζωή του δεν μπορεί να έχει προδιαγεγραμμένη τροχιά. Γύρω του χαρακτήρες που μοιάζουν με καρικατούρες, όπως η γυναίκα του, κι άλλες πολύ ζωντανές όπως η Λάρα και ο άντρας της, ο Πάσα Αντίποφ. 

Ένας φουτουριστής ποιητής, όπως ο Παστερνάκ, επιλέγει να γράψει ένα μυθιστόρημα εντελώς ρεαλιστικό, στα όρια του νατουραλισμού, στα μέσα του 20ου αιώνα. Στις καλύτερες στιγμές του το βιβλίο θυμίζει Τολστόι. Σε άλλες, νιώθεις λιγάκι μετέωρος, σαν να μην είναι το ίδιο δουλεμένες, σαν να χρειάζονται περισσότερη ζωή και βάθος. Σίγουρα ο χαρακτήρας του Ζιβάγκο περικλείει κομμάτια του συγγραφέα και τον φίλων του, έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, τόσο για την πολιτική στάση και την ποίηση, όσο και για το πώς χειρίζεται ο ήρωας τις γυναίκες και τον έρωτα. Μοιάζει η μοναξιά που νιώθει ο Ζιβάγκο και διαπερνά όλη του την ύπαρξη, ακόμα κι όταν αραδιάζει ή μεγαλώνει ένα σωρό παιδιά, να είναι βιωμένη από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Ένιωσα να συμπάσχω με τον Γιούρα, που απομονωμένος, την πρώτη του νύχτα μετά από το μακρύ ταξίδι για το χωριό, το μόνο που λαχταράει είναι να γράψει. Μετά του κόβεται η λαχτάρα, η ζωή σκορπίζει τα λόγια και τα γραπτά του, κανείς, ούτε οι αγαπημένοι του δεν μπορούν να τα συμμαζέψουν. Η ζωή τον κατακερματίζει. Το πολιτικό και ιστορικό κομμάτι του βιβλίου ίσως είναι κάπως δύσκολο να το ακολουθήσεις αν δεν έχεις βασικές γνώσεις, μιλάμε για μια πολύ ταραγμένη εποχή της Ρώσικης ιστορίας. Πάντως έχει ενδιαφέρον γιατί είναι μια αφήγηση εκ των έσω, νιώθεις την Ιστορία να πάλλεται κάτω από τις λέξεις. 

Απόλαυσα τη δεύτερη ανάγνωση. Δεν ξέρω ειλικρινά τι είχα αποκομίσει από την πρώτη, ήμουν παιδί και είμαι ενήλικας. Αυτό το θέμα πάντα με απασχολούσε, η δεύτερη ανάγνωση, το πώς προσλαμβάνουμε τα σπουδαία έργα σε κάθε περίοδο της ζωής μας. Αισθάνομαι πάντα πολύ κοντά στη ρώσικη λογοτεχνία, μου ταιριάζουν οι ήρωες, η χώρα, ο τρόπος, δεν μπερδεύομαι με τα χιλιάδες ονόματα-- ίσως να φταίνε οι πρώτες αναγνωστικές μου συνήθειες. Όμως δεν θα ξαναδιάβαζα τον Ζιβάγκο αν δεν υπήρχε η Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks. Και για αυτό, για αυτόν τον «καταναγκασμό», την ευγνομωνώ.


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Δόκτωρ Ζιβάγκο", Μπαρίς Παστερνάκ, μετ. Μαρία Τσαντσάνογλου, εκδ. Ποταμός, σελ.668, 2006