11/2/13

"Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου", J.W. Goethe





Ανοίγοντας κανείς τα «πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κατά πόσο διαβάζεται ακόμα με μια σχετική ευχαρίστηση ένα βιβλίο που γράφτηκε 1774, πώς και με τί θα ταυτιστεί. Κι όμως, αν προσεγγίσεις το βιβλίο σα λογοτεχνία κι όχι σαν μια αρχαιολογία, τότε θα συνειδητοποιήσεις πως ο καταπιεσμένος έρωτας του Βέρθερου για μια γυναίκα που ξέρει από την αρχή πως δεν μπορεί να έχει είναι αρκετά σύγχρονος για να συγκινήσει.

Ο Βέρθερος είναι ένας ευαίσθητος νέος, με πολλά ψυχικά αλλά και ακαδημαϊκά χαρίσματα που καταφτάνει σε μια πόλη σχετικά μικρή για να ξεφύγει από έναν ατυχή έρωτα. Εκεί περνά τη μέρα του κυρίως γυρίζοντας στη φύση και ζωγραφίζοντας που και που, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους ανθρώπους. Σε έναν χορό θα συνοδέψει κάποιες κοπέλες, ανάμεσά τους και τη νεαρή Λόττε, που ενώ ξέρει πως είναι λογοδοσμένη, θα ερωτευτεί παράφορα. Οι δυο νέοι κορτάρουν σχετικά αθώα, αν και ο Βέρθερος δίνεται ψυχή τε και σώματι σε αυτήν την σχέση, και δεν σταματούν να έχουν επαφές ακόμα κι όταν καταφτάνει ο αρραβωνιαστικός της Λόττε ο Άλμπερτ, ο οποίος δεν είναι αντιπαθής, αντιθέτως συχνά οι τρεις νέοι κάνουν όλοι μαζί παρέα.

Καθώς το πάθος του για τη Λόττε εξελίσσεται, ο Βέρθερος καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να συνεχιστεί η κατάσταση κι αποδέχεται μια ανιαρή θέση δίπλα σε κάποιον πρέσβη για να φύγει. Εκεί η μονοτονία της δουλειάς, το κοντόφθαλμο αφεντικό του αλλά κυρίως η καλλιτεχνική φύση του δεν τον αφήνουν να στεριώσει. Κι έτσι γυρνά πίσω στη Λόττε που εν τω μεταξύ έχει παντρευτεί τον Άλμπερτ.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που στέλνει ο νεαρός Βέρθερος σε έναν φίλο του, ενώ ο αφηγητής Γκαίτε που συγκέντρωσε αυτές τις επιστολές παρεμβαίνει λίγο, κυρίως στο δεύτερο μέρος. Είναι ένα κείμενο ευκολοδιάβαστο και συγκινητικό, μιλά για τον ανεκπλήρωτο έρωτα με μια πολυπλοκότητα και σαφήνεια που θα περίμενε κανείς από κάποιον του δικού μας καιρού. Κάτω από τα στρώματα του πάθους του Βέρθερου για τη Λόττε εμφανίζεται ο χαρακτήρας του, η ευαισθησία, η επιπολαιότητα, η ορμή του, η ανάγκη του να υπάρξει πέρα από τα συμβατικά πλαίσια κι όμως η συνεχής προσκόλλησή του σε αυτά∙ ως το δραματικό φινάλε.

Απόλαυσα τα πάθη του σα να ήτανε δικά μου, φρίκιασα μαζί του στην δημοσιοϋπαλληλίστικη θέση του, αγάπησα και μίσησα διαδοχικά τον σύζυγο-αντίζηλο. Περιέργως τις μέρες που το διάβαζα, το βιβλίο ακολουθούσε τις διαθέσεις μου (ή εγώ του Βέρθερου) και μου δημιουργούσε μια έντονη προσμονή, ακόμα κι αν ήξερα το τέλος, γιατί αποκαλύπτεται στην εισαγωγή. Μάλλον τελικά –στο βάθος- είμαι μια ρομαντική ψυχή.

«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», Γκαίτε, μετ. Στέλλα Νικολούδη, εκδ. Άγρα, σελ. 344

Υ.Γ.  Η έκδοση των εκδόσεων Άγρα, αν και εξαιρετικά προσεγμένη και πλήρης, στην αρχή με αποπροσανατόλισε. Γύρεψα να διαβάζω παράλληλα και τις (υπερβολικά πολλές) σημειώσεις κι αυτό μου χαλούσε τη ροή της ανάγνωσης. Μόλις άρχισα να τις αγνοώ κατάφερα να απολαύσω το κείμενο. 



9/2/13

"στεγνό στόμα", Νεφέλη Δημελή





Τα διηγήματα της Νεφέλης Δημελή στη συλλογή «Στεγνό στόμα» είναι αρτιότατα, χτίζουν με σύνεση την ιστορία κι έπειτα κάποτε την αποδομούν κι άλλοτε την οδηγούν στα άκρα. Το γράψιμο έχει ενδιαφέρον και το βιβλίο γίνεται πολύ ευκολοδιάβαστο χάρη στην ενότητα της θεματολογίας. Αν κάτι θα είχα να παρατηρήσω θα ήταν μια τάση προς το διδακτισμό∙ το τέλος μας δείχνει το καλό μέσα στην μαυρίλα ή τιμωρεί τον άδικο.

Τα αγαπημένα μου διηγήματα της συλλογής είναι το «Γεύσεις πολέμου», όπου μια ομάδα ανθρώπων είναι κλεισμένοι σε ένα υπόγειο για να γλιτώσουν από τον λιμό, και τρέφονται από τους συντρόφους τους που πεθαίνουν, το «Μαύρο νερό» που μας διηγείται την ιστορία της μικρής Έσπε, που μεγάλωσε σε ένα ορφανοτροφείο στο Μπουένος Άιρες κι έγινε μεγάλη και διάσημη χορεύτρια, και η «Νεράιδα του Σεπτέμβρη» όπου μια νεαρή δολοφόνος μας αφηγείται τη δική της πλευρά των γεγονότων.

Η συλλογή είναι βασισμένη στο φανταστικό, χωρίς να γίνεται τρόμου, η συγγραφέας αγαπά μάλλον πολύ το μεταφυσικό. Τα θέματά της θα μπορούσαν να είναι κοινότοπα, αλλά έχουν πάντα μια κρυφή πτυχή. Κι αν αυτό είναι το πρωτόλειό της, θα ήθελα να δω και τα επόμενα.  

«στεγνό στόμα», Νεφέλη Δημελή, εκδ. Χαραμάδα, 2012, σελ.98


7/2/13

Αυθορμητισμού και υπολογισμού γωνία






Τα τελευταία χρόνια διαβάζω πιο συστηματικά από άλλοτε, αλλά δεν παύει να είναι κάπως χαοτικός ο τρόπος, κι αρκετές φορές παρορμητικός που αγοράζω τα βιβλία και μετά τα διαβάζω. Ξέρω πολλούς που πια με συμβουλεύουν να μετριάσω τον αυθορμητισμό μου, να γράφω πιο μακροσκελείς αναρτήσεις, να διαβάζω τι έχει γράψει ο τάδε ή ο δείνα πριν να πω την άποψη μου, να ψάχνω έστω κάπως τη βιογραφία του συγγραφέα για να μην κάνω κανένα λάθος. Μέσα σε αυτό το blog έχω ποστάρει κατά καιρούς ένα σωρό απορίες, έχω κάνει λάθη, με έχουν διορθώσει, λοιδορήσει, μου έχουν προτείνει, έχω μάθει κι έχω τσακωθεί. Ε, λοιπόν αρνούμαι να βάλω πρόγραμμα, ακόμα και να υποσχεθώ σε κάποιον πως θα διαβάσω το βιβλίο του, βαριέμαι να ξέρω τι θα είναι το επόμενο, να διαβάζω κριτικές για να κάνω μια μίξη τους, να ακολουθήσω την πεπατημένη.

Μου αρέσουν οι εν θερμώ αναρτήσεις, αυτές που δεν απέχουν πάνω από μια μέρα από το τέλος της ανάγνωσης, δεν γυρεύω τα εύσημα του «κριτικού», δεν μου αρέσουν καν οι κριτικές τις περισσότερες φορές. Είναι μικρά σχόλια, η γεύση που μου έμεινε, σημειώματα στον εαυτό μου και εσχάτως και σε άλλους, μια μικρή μπουκιά ανάγνωσης. Το blog με έχει βάλει σε αναγνωστικό ρυθμό και το ευγνωμονώ για αυτό, μου γνώρισε τόσους ανθρώπους που κάποιοι έγιναν ακόμα και καθημερινοί μου σύντροφοι, φίλοι που δεν υπολόγιζα να βρω στα 35 μου, αλλά δεν παύει να είναι μια ερασιτεχνική προσπάθεια, ενίοτε απλά και μόνον η ψυχοθεραπεία μου. Συγκρατούμαι τον τελευταίο καιρό με την πολιτική επικαιρότητα και δεν την σχολιάζω από εδώ γιατί δεν χρωστάει τίποτα ο καθένας που θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο και ψάχνει μια γνώμη να πρέπει να υποστεί παράλληλα και τις απόψεις μου για τη ζωή. Όμως το Διαβάζοντας δεν είναι αρχείο, και δεν είναι περιοδικό, δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από ένα κομμάτι δικό μου. Κι αν που και που το χρησιμοποιώ ως μέσω πίεσης για να βάλουμε μια ακόμα βιβλιοθήκη στο σαλόνι (λέω εγώ τώρα…), αυτό δεν σημαίνει πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μοχλός για οτιδήποτε άλλο.   




6/2/13

"'Ορυξ και Κρέικ", Margaret Atwood




Με τα βιβλία «Όρυξ και Κρέικ» και "H Χρονιά της πλημμύρας» διέπραξα ένα -μάλλον μη κλασικό- αναγνωστικό λάθος, διάβασα πρώτα το sequel. Αυτό μόνον στα λόγια είναι πρόβλημα, γιατί τα δυο βιβλία στέκονται ανθύπαρκτα, κινούνται στην ίδια φανταστική σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα λίγη σχέση έχουν το ένα με το άλλο. Το «Όρυξ και Κρέικ» είναι κλάσεις ανώτερο, αλλά αυτό  συμβαίνει συχνά σε ταινίες και βιβλία που ο δημιουργός αποφασίζει να επενδύσει στην ίδια ιδέα∙ το πρωτογενές υλικό είναι καλύτερο.

Ας επικεντρωθώ λοιπόν στο ίδιο το βιβλίο γιατί το αξίζει. Πρόκειται για μια δυστοπία, από αυτές που η Άτγουντ ξέρει να χειρίζεται με κλειστά μάτια, για ένα σύμπαν αλλόκοτο μεν, όχι όμως τόσο μακρινό ούτε δύσκολο να φανταστείς, όπου η γενετική έχει ξεφύγει από τα όρια, δημιουργούνται συνεχώς καινούργια είδη στα εργαστήρια, χαζοί συνδυασμοί όπως τα ρακουνάβια*, κι άλλοι επικίνδυνοι όπως τα τσακαλόσκυλα και τα οργούνια (γουρούνια με ανθρώπινο DNA) ώσπου ένας άνθρωπος, ο Κρέικ, αποφασίζει να φτιάξει ένα νέο είδος ανθρώπου.

Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Χιονάνθρωπος ή αλλιώς Τζίμι, κολλητός του Κρέικ από τα μαθητικά τους χρόνια που στάθηκε δίπλα του όσο αυτός σχεδίαζε έναν εφιάλτη και τελικά βρέθηκε να ζει την καταστροφή που ενορχήστρωσε ο φίλος του. Τον παρακολουθούμε όσο προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε έναν κόσμο που δεν φαίνεται κανείς άλλος homo sapiens sapiens να έχει επιζήσει και οι μόνοι οργανισμοί είναι τα γενετικά τροποποιημένα «παιδιά του Κρέικ»- άντρες και γυναίκες απαλλαγμένοι από τα πάθη των πιο παλιών που τρέφονται μόνο με βολβούς και ρίζες, δεν έχουν την αίσθηση της ιδιοκτησίας, του αρχηγού, δεν θα μάθουν ποτέ να καλλιεργούν ή να δημιουργούν κι έχουν οίστρο μόνο μια φορά το χρόνο οπότε και το αιδοίο των γυναικών γίνεται μπλε και την διεκδικούν όλοι οι άντρες στη σειρά κουνώντας τους επίσης μπλε φαλλούς τους- και τα "παιδία της Όρυξ", τα αλλόκοτα ζώα και φυτά του εργαστηρίου.

Ο Τζίμι είναι ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας, πράγμα σπάνιο σε δυστοπικά μυθιστορήματα, ένας άνθρωπος που πονά αλλά δε διστάζει να πει την ιστορία του. Ο Κρέικ συμβολίζει την αλαζονεία, την αυτιστική προσκόλληση στο "επόμενο στάδιο" και η Όρυξ, η μικρή πόρνη που καταλήγει μια μικρή θεά μητέρα-φύση, ίσως το πιο καλό αστείο όλου του βιβλίου. Το μυθιστόρημα είναι έξυπνα στημένο αφηγηματικά, οι σκηνές του χαώδους παρόντος εναλλάσσονται με αυτές του αμαρτωλού παρελθόντος και το τέλος αφήνει να αχνοφαίνεται μια ελπίδα.

Στη σχετικά γρήγορη ανάγνωση που επιτρέπει η ροή της αφήγησης χάρηκα το πως εξελίσσεται η ιστορία, τους προβληματισμούς της Άτγουντ για τον πλανήτη και τη γενετική, τον τρόπο που είναι δομημένη η κοινωνία, το αν τα ανθρώπινα "ελαττώματα" είναι πραγματικά τέτοια, δεν βαρέθηκα στιγμή. Το βιβλίο δεν παίρνει σαφή πολιτική θέση κι αυτό είναι από τα μεγαλύτερα ατού του. Κι αν κι έχω κλίση πως αυτού του τύπου τα μυθιστορήματα και δεν μπορώ να είμαι αντικειμενική, νομίζω πως το«Όρυξ και Κρέικ» είναι από αυτά που κανείς αξίζει να διαβάσει στη ζωή του.   

*στη "Χρονιά της Πλημμύρας" μεταφράζονται ρακουνασβοί

"Όρυξ και Κρέικ", Μάργκαρετ Άτγουντ, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 570


Υ.Γ. Η μετάφραση του "'Ορυξ και Κρέικ" μου φάνηκε καλύτερη.


3/2/13

Η διστακτικότητα των αποφάσεων


Τον τελευταίο καιρό είχα κάπως κουμαντάρει τη στάκα με τα αδιάβαστα, αριθμούσε καμιά δεκαπενταριά βιβλία, οι βιβλιοθήκες μου που από καιρό έχουν γεμίσει φαίνονταν κάπως πιο συμμαζεμένες κι είχα μια σαφή ιδέα τι θέλω να διαβάσω έπειτα. Μετά ήρθαν η προσφορές δυο μεγάλων οίκων (που θα ήταν κρίμα να μην τις εκμεταλλευτώ) καθώς και το παζάρι που τόσο ελεεινολογώ αλλά φέτος μου βγήκε καλά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα συσσώρευση βιβλίων που θέλω να διαβάσω∙ κάποτε και όχι κατ’ ανάγκη τώρα.

Στέκομαι μπροστά στην εντελώς πια ατακτοποίητη βιβλιοθήκη μου (το αγαπημένο χόμπι του σκίουρου ήταν για καιρό να «εκκενώνει» όσα ράφια έφτανε) και δεν έχω ιδέα ποιο βιβλίο θα ακολουθήσει. Μου αρέσει το ένα, με γλυκοκοιτάει το δεύτερο, ενώ στην πραγματικότητα θα ήθελα να κάνω μια παραγγελία γιατί νομίζω πως θα ήθελα να διαβάσω ένα τρίτο. Συγκρατούμαι και αρκούμαι απλά να σημειώνω ονόματα βιβλίων και συγγραφέων στην περιβόητη «λίστα των επιθυμητών» κι ακόμα δεν αποφασίζω τι θα κάνω- το ότι ο μήνας μόλις άρχισε κι έχω ακόμα λεφτά στα χέρια μου δε βοηθάει. Κι έτσι καταλήγω μια άπιστη μοιχαλίς. Εκεί που διαβάζω ένα μυθιστόρημα μες στη μέρα, το βράδυ μόλις κάτσω στον καναπέ με καλεί ένα διήγημα, ένα ποίημα, κάτι μικρό και κομψό, παρατάω το μεγάλο μυθιστόρημα – που άλλοτε μου φαινόταν η μόνη παρηγοριά στη θλίψη- κι αρχίζω κάτι άλλο.

Η κατάσταση μού δημιουργεί εκνευρισμό, απηχεί σε μεγάλο βαθμό το τι γίνεται αυτόν τον καιρό μες στο κεφάλι μου- μεγάλες ανακατατάξεις, φουρτούνες κατά φαντασίαν, ολόκληρα σχέδια για το πώς θα μπορούσε να αλλάξει η ζωή μου. Κι έπειτα αναποφασιστικότητα, μήπως θα ήταν καλύτερα να κάτσω στα αυγά μου, στα γνωστά και οικεία, που κι αυτά τα καλά τους τα έχουν και με έθρεψαν τόσα χρόνια -μήπως τελικά είμαι άνθρωπος μόνο των μεγάλων μυθιστορημάτων;


Υ.Γ. Η φωτό είναι χαρακτηριστικό δείγμα του χάους.... 

2/2/13

"H μύτη", Nikolaj Gogol





Μάλλον από τα πιο αστεία και ενδιαφέροντα διηγήματα που έχω διαβάσει στη ζωή μου, «Η μύτη» του Νικολάι Γκόγκολ, είναι ένα κείμενο απολαυστικό που σε αναγκάζει να μην το αφήσεις από τα χέρια σου μέχρι να τελειώσει. Η έκδοση στην οποία το διάβασα περιείχε και μια εικαστική συλλογή εμπνευσμένη από το θέμα που πολύ ταίριαζε στον σκαμπρόζικο χαρακτήρα του κειμένου.

Ο Ιβαν Γιακόβλεβιτς, ένα μπεκρής μπαρμπέρης ολίγον μούτρο, ξυπνά μια μέρα και μέσα στο καρβέλι το ψωμί του βρίσκει μια μύτη. Ευθύς την αναγνωρίζει, είναι ενός τακτικού του πελάτη, του υπουργικού παρέδρου Κοβαλιόφ, μα δεν μπορεί να καταλάβει ούτε πως βρέθηκε μες στο αγοραστό ψωμί, ούτε τι θα κάνει με το εύρημά του. Παράλληλα ο νεαρός πάρεδρος, που υπολογίζει σε έναν καλό γάμο, ξυπνά και διαπιστώνει πως στο σημείο της μύτης του βρίσκεται μια λεία επιφάνεια και πώς η μύτη έχει εξαφανιστεί.

Το πώς κινείται ο Κοβαλιόφ για να ξαναβρεί τη μύτη του αλλά και το τέλος του διηγήματος είναι ξεκαρδιστικά. Παραδίδουν όμως ταυτόχρονα κι ένα μάθημα λογοτεχνίας, γιατί μέσα από αυτή την ιδιότροπη και αδύνατον με ρεαλιστικό τρόπο να λυθεί ιστορία, ο Γκόγκολ καταφέρνει να παντρέψει το αδιέξοδο με τη φαντασία. Η πραγματικότητα αποδομείται, γίνεται αντικείμενο σάτιρας και χλευασμού και τελικά αποδυναμώνεται τελείως, θυμίζοντας μας την πραγματική, παράλογη, ζωή που ζούμε. Μέσα από το αδιανόητο γίνεται ακόμα πιο φανερό πως οποιαδήποτε στιγμή το παράλογο μπορεί να μας χτυπήσει την πόρτα, κι όλοι θα είναι εκεί να το συγκαλύψουν, να το χλευάσουν και τελικά να το ξεπεράσουν.

«Η μύτη», Νικολάι Γκόγκολ, μετ. Κώστας Μηλτιάδης, εκδ. Κοροντζή, 2007, σελ.72