30/4/12

"Εγώ και ο Καμίνσκι", Daniel Kehlmann





Υποψιάζομαι πως η σχέση μου με τους Γερμανούς συγγραφείς δε θα φτιάξει ποτέ.* Όλα ξεκίνησαν όταν στην μετεφηβεία μου παράτησα το «Ευρύ πεδίο» του Γκύντερ Γκρας τουλάχιστον δέκα φορές στις δέκα πρώτες σελίδες. Αστειεύομαι. Ή μάλλον τώρα που το ξανασκέφτομαι....Στο μυαλό μου είχα πως ήμουν άδικη για τον Ντάνιελ Κέλμαν και τη «Φήμη» στην κριτική μου, πως τα διηγήματά του μου είχαν τελικά αρέσει- κάποια- κι αυτό δεν άφησα τον εαυτό μου να το παραδεχτεί. Έτσι διάβασα σχετικά γρήγορα για τις πρακτικές μου, βιβλίο του ίδιου συγγραφέα.
«Το εγώ και ο Καμίνσκι» είναι ένα μικρό μυθιστόρημα. Ήρωας ο Σεμπάστιαν Τσέλνερ, ένας επηρμένος  φτωχοδιάβολος κριτικός τέχνης σε μικρά έντυπα που αποφασίζει να βιογραφήσει τον Καμίνσκι, ένα ζωγράφο που είχε κάποτε μια κάποια φήμη- διετέλεσε προστατευόμενος του Ματίς- αλλά αργότερα έπεσε στη λήθη. Πείθει έναν εκδότη πως ένα μόνο λείπει για να ξανάρθει στην επικαιρότητα ο ξεχασμένος καλλιτέχνης, το να πεθάνει. Αν η βιογραφία βγει τότε, πριν να κοπάσει ο σχετικός ντόρος, θα πιάσουν την καλή.  Γνωρίζεται με τον δύστροπο γέρο κι ακολουθεί το νήμα μιας ερωτικής του περιπέτειας χωρίς φυσικά να συμπαθεί ή να ξέρει πολύ το πρόσωπο που βιογραφεί και δίχως κανένα πραγματικό ενδιαφέρον για την τέχνη του.  
Η ιδέα ενός αντιπαθητικού, αριβίστα και υπερόπτη ήρωα είναι συμπαθητική. Η ροή της αφήγησης είναι σχετικά βατή, το ίδιο και η γραφή (οι νεότεροι μεταφραστές φαίνεται πως κάνουν καλή δουλειά πια με τα Γερμανικά). Το τέλος όμως είναι αποκαρδιωτικά προβλέψιμο, η κορύφωση δεν έρχεται ποτέ, ο ρυθμός χάσκει από παντού.  Κι η τελευταία γεύση, ίδια με αυτή της «Φήμης», σα να σπρώχτηκε το βιβλίο να τελειώσει, σαν κάτι να μη λειτουργεί. Μετριότητες. Κρίμα.


* Ο Μπέρνχαρντ είναι Αυστριακός, δεν μετράει….


"Εγώ και ο Καμίνσκι", Ντάνιελ Κέλμαν,μετ.Κώστας Κοσμάς, εκδ. Καστανιώτη, 2008, σελ.178

Υ.Γ.1 Επιτέλους ένα βιβλίο του Καστανιώτη με άσπρο εξώφυλλο. (Το μαύρο είναι το αγαπημένο μου χρώμα, αλλά ως ένα σημείο με τα ολόμαυρα και εν πολλοίς όμοια εξώφυλλα. Νισάφι)

Υ.Γ.2 Το όνομα του μεταφραστή μήπως πρέπει να μπαίνει στο εξώφυλλο; Ε, ε; Λέω εγώ τώρα....

27/4/12

"Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης", Italo Calvino





Ένα βιβλίο καθαρά βιβλιοφιλικό είναι το «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης», για ανθρώπους που ζουν και ανασαίνουν μέσα από την ανάγνωση και μπορούν να ταυτιστούν με τον ανώνυμο Αναγνώστη, ήρωα του βιβλίου και αφηγητή. Ο Ίταλο Καλβίνο γράφει κομμάτι αυτού το μυθιστορήματος στο δεύτερο πρόσωπο για να συγκινήσει και να παρακινήσει τον συστηματικό αναγνώστη να νιώσει μέρος της πλοκής, να εμπλακεί συναισθηματικά, να ενδώσει και να σκεφτεί όλα όσα τον απασχολούν σε σχέση με το διάβασμα. Οι αναρωτήσεις για την φόρμα του μυθιστορήματος, για τη σπουδαιότητα ή μη της πλοκής, της κορύφωσης των χαρακτήρων, για το αν ένα βιβλίο στην τελική ανάλυση είναι ελευθερία ή σκλαβιά, είναι σε πρώτο πλάνο.
Ο Αναγνώστης αγοράζει το μυθιστόρημα «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» του Ίταλο Καλβίνο, μόνο για να ανακαλύψει πως από κάποιο τυπογραφικό λάθος, μετά το δεκαεξασέλιδο, το βιβλίο επαναλαμβάνεται από την αρχή. Διαμαρτύρεται στο βιβλιοπωλείο, γνωρίζει εκεί τη Λουντμίλα, την Αναγνώστρια, και μαζί ξεκινούν έναν αγώνα για να βρουν το υπόλοιπο βιβλίο, που καταλήγει στο να αρχίζουν ολοένα ένα μυθιστόρημα και κάποια στιγμή να μην μπορούν να διαβάσουν τη συνέχεια.
 Ο συγγραφέας αναγκάστηκε να γράψει δέκα αρχές μυθιστορημάτων και να τις κόψει στο πιο κρίσιμο σημείο, εκεί που αρχίζουμε να ενδιαφερόμαστε για τους χαρακτήρες και την πλοκή. Το ύφος της γραφής του Ίταλο Καλβίνο είναι εύκολα αναγνωρίσιμο, κι έτσι δεν κατόρθωσε να μας δώσει ντε και καλά δέκα διαφορετικές αρχές από δέκα διαφορετικής εθνικότητας συγγραφείς όπως θέλει η πλοκή- πάντως το πείραμα, πέτυχε. Το βιβλίο είναι ατμοσφαιρικό, βαθιά μοντέρνο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, και σίγουρα απλησίαστο για όποιον γυρεύει μια γραμμική ιστορία, ένα κλασικό ανάγνωσμα και τίποτε άλλο. Πιθανολογώ δε, πώς να το είχα διαβάσει σε νεαρότερη ηλικία, που ήμουν πιο ανυπόμονη, θα το είχα παρατήσει.


"Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης", Ίταλο Καλβίνο, μετ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Καταστανιώτη, 2009 σελ. 321



24/4/12

"Το στοίχημα των ανθρώπων", Μιχάλης Σπέγγος



Παρ’ όλους  κάποιους πλατειασμούς και μερικές «κοιλιές» στην ιστορία και την αφήγηση,  «Το στοίχημα των ανθρώπων» του Μιχάλη Σπέγγου είναι από τα πιο ολοκληρωμένα ελληνικά μυθιστορήματα από πλευράς πλοκής που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Με λίγη οικονομία στο λόγο, υποψιάζομαι πως θα μιλούσαμε  για ένα εκπληκτικό βιβλίο.
            Ηρωίδα η Νίκη, ένα άγριο θηλυκό με piercing σε όλο του το σώμα, χωρίς ιδιαίτερες επιδόσεις στα μαθήματα, που κατορθώνει στην αρχή να περάσει στο μαθηματικό, μετά να βρεθεί στο Στάνφορντ, έπειτα να ειδικευτεί στο χάκινγκ, να την προσλάβει μια εταιρεία που ψάχνει εξωγήινα σήματα, ενώ ταυτόχρονα ειδικεύεται στην ανθρώπινη κλωνοποίηση. Ένα βράδυ, ένα άγνωστο σήμα από το διάστημα θα την μετατρέψει στην «εκλεκτή».
            Η ιστορία πηδά από το παρόν στο μέλλον, τα «μελλοντολογικά» στοιχεία είναι αρκετά προσεγμένα, και για μένα πάντα ενδιαφέροντα -βίτσια είναι αυτά-  οι πεντακόσιες σελίδες φεύγουν σα νεράκι. Τόσο που κάπως στεναχωριέσαι όταν όλα λάβουν ένα τέλος. Το ευχαριστήθηκα.
           

"Το στοίχημα των ανθρώπων", Μιχάλης Σπέγγος, εκδ. Λιβάνη, 2011, σελ.511   

21/4/12

"Ένα κάποιο τέλος", Julian Barnes




Βιβλίο ρουφηχτό που τελείωσα την ίδια μέρα που το άρχισα, το «Ένα κάποιο τέλος» του Τζούλιαν Μπαρνς είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα ύφους και στυλ, από έναν συγγραφέα που φαίνεται πια να φτάνει στο απόγειό του.
Αφηγητής ο Τόνι, ένας άντρας που έζησε μια μέτρια ευτυχισμένη ζωή, ακριβώς όπως την ήθελε και μια περίεργη κληρονομιά τον κάνει να καταδυθεί στις μνήμες της εφηβικής του ηλικίας, στην παρέα του με τον Κόλιν, τον Άλεξ, τον Έντριαν, τις πρώτες του σχέσεις. Το βιβλίο μας βάζει αριστοτεχνικά στο παιχνίδι της μνήμης, του χρόνου, στην αλήθεια ιδωμένη από την μια πλευρά κι ύστερα από την άλλη, στη νοσταλγία που αγκυλώνει κάπως τα πράγματα. Πουθενά δεν αμφισβητούνται οι καλές προθέσεις, όμως σχεδόν ποτέ αυτές δεν αρκούν.
Ο ήρωας- αφηγητής είναι ένας εξαιρετικά συμπαθητικός εξηντάρης, κι αυτό κάνει την αφήγησή του ακόμα πιο σημαντική. Η γραφή ρέει, η πλοκή είναι σφιχτά δεμένη και δεν περισσεύει ούτε μια λέξη. Εξαιρετικά.  

Υ.Γ. Μου άρεσε πολύ το ανάγλυφο εξώφυλλο, για πολλή ώρα βρέθηκα να ονειροπολώ χαϊδεύοντας το....


"Ένα κάποιο τέλος", Julian Barnes, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 210



19/4/12

«Μητριάς Εγκώμιο», Mario Vargas Llosa





             Διεστραμμένα ερωτικό, ύπουλα σεξουαλικό, με λαγνεία και την παιχνιδιάρικη συμπεριφορά ενός παιδιού ή ενός αγγέλου, το «Μητριάς εγκώμιο» είναι ένα μικρό κομψοτέχνημα. Κεντημένο δεξιοτεχνικά, χωρίς σχεδόν να έχει καμιά σχέση με τα υπόλοιπα βιβλία του Λιόσα, ή ίσως στην αρχή, τον πυρήνα και να έχει σχέση με όλα του, η πρόστυχη ιστορία του αγγελικού δωδεκάχρονου προγονού και της όμορφης σαραντάρας μητριάς του, γίνεται μέσα από την τελετουργία μαγική εικόνα, σέξι ζωγραφικός πίνακας, εμβληματικό παραμύθι για να μείνει στους αιώνες. Παρεμβάλλεται η αλήθεια, σε μικρές δόσεις από τα σωθικά μας, ως το κυνικό, διφορούμενο, απελπιστικό φινάλε.
            Με λίγα λόγια, αν ο Λιόσα δεν ήταν τόσο εκπληκτικός συγγραφέας έτσι κι αλλιώς, τόσο που το βιβλιαράκι να μοιάζει λεπτομέρεια στην πορεία του, θα μπορούσε να είναι θρυλικός μόνο για αυτό.

«Μητριάς Εγκώμιο», Mario Vargas Llosa, μετ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδ. Πατάκη 2001, σελ.144 


18/4/12

Μια γαμημένη ζωή




Νιώθω πως, σε γενικές γραμμές αυτό που συμβαίνει γύρω μου με ξεπερνά. Φαντάζομαι πως το ίδιο αισθανόμαστε όλοι, πως αυτή η στημένη μορφή ζωής είναι μια φούσκα που δημιούργησε κάποιος άλλος κι εμείς χορεύουμε σε ένα ρυθμό που άλλοτε δεν αλλάζει για αιώνες κι άλλοτε γίνεται τόσο ξέφρενος που μας στροβιλίζει και πεθαίνουμε. Αυτός που τα καθορίζει όλα αυτά, δεν ξέρω ποιός είναι, αυτήν την παγιωμένη ηθική- που αλλάζει κάθε πόσα χρόνια(;)- αυτό «που γίνεται…», αυτό που «περιμένουν οι άλλοι από σένα». Ποιοί σκατά είναι αυτοί οι «άλλοι», είμαι εγώ ένας από αυτούς τους «άλλους» που καθορίζουν την δικιά σου ζωή;

Το να μην πιστεύω σε ένα ανώτερο ον σε κάτι τέτοιες στιγμές είναι ανακουφιστικό. Η απάντηση «ο Θεός», δηλαδή κάτι που δεν μπορείς να αγγίξεις και να αλλάξεις, θα με εξουθένωνε. Από την άλλη, οι έξυπνοι θρησκευόμενοι καταλαβαίνουν έτσι κι αλλιώς πως για τη δομή της εκάστοτε κοινωνίας δεν φταίει ο Θεός, μα ο Άνθρωπος. Η λύση δεν ξέρω ποιά είναι. Η διάβρωση του συστήματος εκ των έσω- «κάνω πως κάνουν αυτό που θέλουν, για να κάνω στην τελική αυτό που θέλω» είναι χαζομάρες, η δικαιολογία μας για να κρατηθούμε ζωντανοί. Η παντελής άρνηση; Ακόμα χειρότερα χάλια, σε βρίσκουν σε ένα χαντάκι μόνο και κουρελή.

Ο θυμός μου, που κάποιες φορές καταλαγιάζει, κι άλλοτε γιγαντώνεται αν και δεν εκτονώνεται, πιθανώς να με ξεβράσει στα βράχια. Ή ίσως να με «βγάλει» πικραμένη σε καμιά πενηνταριά χρόνια στο χείλος του θανάτου, να κοιτώ μια γαμημένη ζωή που δεν έζησα.