30/8/18

"Η έβδομη λειτουργία της γλώσσας", Laurent Binet



Ξεκίνησα την 7η λειτουργία της γλώσσας με την καλύτερη διάθεση. Το προηγούμενο βιβλίο του Λοράν Μπινέ που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, το HHhH, το αγάπησα πολύ, πρόκειται για ένα νέο είδος ιστορικού μυθιστορήματος. Στο HHhH, ο συγγραφέας, αν και μας κάνει συνέχεια σαφές πως γράφει μυθιστόρημα, ενδιαφέρεται πολύ για την ακρίβεια των ιστορικών στοιχείων. Εδώ, στην έβδομη λειτουργία, παρόλο που ξεκινά από ένα πραγματικό γεγονός και μιλά για υπαρκτούς ανθρώπους, αφήνει τη φαντασία του πραγματικά να οργιάσει. 

Το βιβλίο ξεκινά με τον θάνατο του Ρολάν Μπαρτ σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, την ώρα που ο σημειολόγος και κριτικός αναλογίζεται αν ήρθε πια η ώρα να γράψει το σπουδαίο μυθιστόρημα που θεωρούν όλοι πως χρωστάει στον εαυτό του. Όμως, αντίθετα με ο,τι πραγματικά συνέβη, η αστυνομία υποψιάζεται πως ο Μπαρτ δολοφονήθηκε, κι έτσι ένας επιθεωρητής ξεκινά να ερευνά την υπόθεση και μπλέκει με τους σημειολόγους. Σύντομα καταλαβαίνει πως από μόνος του δεν θα καταλάβει λέξη από ο,τι λένε και στρατολογεί έναν νεαρό Πανεπιστημιακό να τον βοηθήσει. 

Το κείμενο αρχίζει εξαιρετικά, με πολύ μεγάλες δόσεις χιούμορ για τη διανόηση της Γαλλικής Σχολής του '80- είναι επική ας πούμε η κατάθεση του Φουκώ για το θέμα μέσα σε ένα τούρκικο λουτρό κι ενώ ένας νεαρός τον «περιποιείται». Πολύ γνωστές φιγούρες περνούν από τις σελίδες του μυθιστορήματος, ο Φουκώ, ο Ντελέζ, ο Έκο, ο Αλτουσέρ, ο Λακάν, ο Σολέρς, ο Μιτεράν, ο ντε Εστέν, και πολλοί πολλοί άλλοι, όλοι όσοι συμμετείχαν έστω με κάποιο τρόπο στην κουλτούρα της Παρισινής σκηνής της εποχής. 

Από ένα σημείο και μετά όμως, ο Μπινέ χάνει τη μπάλα. Ξεκινά ένα συνωμοσιολογικό ταξίδι που μοιάζει πιο πολύ με Νταν Μπράουν – τον οποίο πιθανώς προσπαθεί να σατιρίσει. Πάντως το βιβλίο γίνεται αργό και χάνει τη σπιρτάδα του, τόσο που φαίνεται αγγαρεία να το συνεχίσει κανείς. Η, ομολογουμένως μεγάλη, ευφυΐα του συγγραφέα φαίνεται στις στιγμές διαύγειας, στις συζητήσεις μεταξύ των σημειολόγων, των πολιτικών στην προσωπικότητα του επιθεωρητή της αστυνομίας. Όμως εμμονή του με τις σεξουαλικές σκηνές, με αποκορύφωμα αυτό που βάζει να συμβαίνει στον Σολέρς, με κούρασαν. Η τελική μου αίσθηση είναι ανάμικτη, είχε πλάκα όσο κράτησε η έκπληξη, κι έπειτα σαν να ξέπεσε σε φτηνούς εντυπωσιασμούς. 

Η αλήθεια είναι πως θα συνεχίσω να διαβάζω τα μυθιστορήματα του Λοράν Μπινέ, έχει έναν τρόπο το παλιό να το ανανεώνει, το πραγματικό να το κάνει φανταστικό, το μυθιστόρημα να το μετουσιώνει σε μαρτυρία, τη μαρτυρία σε μύθο. Κι αυτό έχει μεγάλο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Αν μη τι άλλο, με την 7η λειτουργία, με έβαλε στα αίματα να ασχοληθώ ξανά με κείμενα που είχα σχεδόν ξεχάσει την ύπαρξή τους στη βιβλιοθήκη μου. 


                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Η έβδομη λειτουργία της γλώσσας», Λοράν Μπινέ, μετ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Opera, 2018, σελ. 513 











Υ.Γ. 42 Φαντάζομαι πως το βιβλίο έτσι όπως μπλέκει το φανταστικό με το πραγματικό θα είναι ένας πραγματικός μεταφραστικός εφιάλτης. Πάντως η μετάφραση μου φάνηκε εξαιρετική. 

24/8/18

«Περιφερειακό», William Gibson





Ακούγεται περίεργο για κάποιον που διαβάζει επιστημονική φαντασία όπως εγώ, όμως δεν είχα διαβάσει ποτέ William Gibson (ναι, ούτε το Neuromancer). Ο Gibson θεωρείται ο πατέρας του κυβερνοπανκ, του υποείδους της επιστημονικής φαντασίας που σε ένα φουτουριστικό περιβάλλον ασχολείται τόσο με τις ζωές των ανθρώπων, όσο και με τις τεχνολογικές εξελίξεις- το δίκτυο, την τεχνητή νοημοσύνη, το ταξίδι στον χρόνο. Ο Gibson εξάλλου ευθύνεται για τον νεολογισμό "κυβερνοχώρος", "cyberspace", που καθιερώθηκε σε όλες τις γλώσσες.

Το «Περιφερειακό» είναι από τα τελευταία του μυθιστορήματα και χαρακτηριστικό δείγμα. Ξεκινά μάλλον χαλαρά, χτίζοντας τον κόσμο και τους χαρακτήρες, κι έπειτα, από το ένα τρίτο και μετά, γκαζώνει στην πλοκή. Πρωταγωνίστρια είναι η Φλιν, ένα κορίτσι που ζει στα τέλη της δεκαετίας του 2030, μια οριακή εποχή που όλα έχουν αρχίσει να καταρρέουν, εκτός από την τεχνολογία που τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Μια μέρα ο βετεράνος αδελφός της θα της ζητήσει να τον αντικαταστήσει στην -πληρωμένη- βάρδια του, σε ένα ονλάιν παιχνίδι. Η Φλιν θα δει κάτι που δεν πρέπει, και σιγά σιγά θα συνειδητοποιήσει πως έμπλεξε σε κάτι πολύ μεγάλο, που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο (της). 

Ο συγγραφέας παίζει πολύ ωραία με τον χρόνο, με το ταξίδι στο παρελθόν και το μέλλον, αφήνει πολλές πολιτικές αιχμές, στήνει μια ευφάνταστη ιστορία κι έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, τη Φλιν. Το μυθιστόρημα κρατά συνεχώς το ενδιαφέρον, τουλάχιστον αν ξεπεράσεις τις πρώτες άχαρες σελίδες της εισαγωγής. Όμως χωλαίνει κάπως στην κορύφωση και στη λύση, σαν να έγινε βιαστικά το κλείσιμο του βιβλίου, σαν να λείψαν σελίδες. 

Ήμουν από την εφηβεία μου- και μάλλον θα παραμείνω για πάντα- αναγνώστρια επιστημονικής φαντασίας, δεν τα πάω τόσο καλά με το φάντασι, αν εξαιρέσει κανείς τον Άρχοντα. Υποψιάζομαι, αν και το «Περιφερειακό» είναι απλά ένα καλό βιβλίο κι όχι αριστούργημα, πως θα διαβάσω κι άλλα βιβλία του Γκίμπσον· στο Μέλλον. 



                                                            Κατερίνα Μαλακατέ 





«Περιφερειακό», Ουίλιαμ Γκίμπσον, μετ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Αίολος, σελ. 571, 2018

17/8/18

"Μέρες δίχως τέλος", Sebastian Barry








Έχω μεγάλη αδυναμία στον Σεμπάστιαν Μπάρι, στην καθαρή, λιτή και ταυτόχρονα κάπως ονειροπαρμένη κι αισθαντική γραφή του. Έχει την ικανότητα να τοποθετεί τους ήρωες του σε ένα ιστορικό πλαίσιο, αλλά να μην τους ξεχνά για χάρη της Ιστορίας, αντίθετα να τους απογειώνει. Οι "Μέρες Δίχως τέλος" είναι ίσως από τα καλύτερα μυθιστορήματά του· μοιάζει λιγάκι ως προς το ύφος με το αγαπημένο μου, τη «Μυστική γραφή». 

Εκεί γύρω στα 1850, ο Τόμας Μακ Νάλτι μεταναστεύει στην Αμερική. Είναι ένα παιδί κοντά στα δεκατρία που είδε την οικογένειά του να πεθαίνει από τον λιμό στην Ιρλανδία. Στη νέα Γη θα βρει σύντομα έναν σύντροφο, τον δεκαπεντάχρονο Τζον Κόουλ, και τα δύο ρημαγμένα αγόρια θα γίνουν αχώριστα. Στην αρχή θα δουλέψουν για τους χρυσοθήρες σε ένα σαλούν, φορώντας γυναικεία ρούχα και κάνοντας σόου. Αργότερα, όταν μεγαλώσουν και δεν είναι τόσο όμορφοι πια, θα καταταγούν. Θα σκοτώσουν Ινδιάνους- άντρες, γυναίκες και παιδιά. Και θα πάρουν μια μικρή για κόρη τους, αφού είναι ζευγάρι. Έπειτα θα μπλέξουν στον Εμφύλιο. 

Ο συγγραφέας χειρίζεται με μεγάλη τρυφερότητα το θέμα της ταυτότητας των ηρώων του. Ο Τόμας είναι ένας Ιρλανδός χωρίς πατρίδα αλλά κι ένας άντρας που είναι σίγουρος για τη σεξουαλικότητά του, αν και ξέρει πως δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Φαίνεται παράδοξο σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο ο συγγραφέας να επιλέγει ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, όμως αν κανείς διαβάσει την ιστορία, δεν μένει με απορίες. Ο Μπάρι φτάνει τους ήρωες του στα άκρα σε σχέση με την πατρίδα, την οικογένεια, τον έρωτα και τον πόλεμο, για να μιλήσει τελικά για την ίδια τη ζωή και τον θάνατο. 


Το βιβλίο είναι εντυπωσιακό από όλες τις πλευρές- για το ύφος, για το θέμα, για την ψυχογράφηση των ηρώων. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως ο κεντρικός του ήρωας είναι αφιερωμένος στον μικρό του γιο που είναι ομοφυλόφιλος. Όμως ίδιον των σπουδαίων γραφιάδων είναι να μπορούν το προσωπικό βίωμα να το μετατρέψουν σε λογοτεχνία. Αυτό το μυθιστόρημα είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα που δημιουργεί αναγνωστική ευφορία· κι ένα λιθαράκι ακόμα στη μεγάλη σάγκα των ΜακΝαλτι. 


                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Μέρες δίχως τέλος", Σεμπάστιαν Μπάρι, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, σελ 296, 2018








Για τα υπόλοιπα βιβλία του συγγραφέα διαβάστε εδώ: http://diavazontas.blogspot.com/search/label/%CE%9C%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%85%20%CE%A3%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD

3/8/18

"Άρτεμις", Andy Weir





Διάβασα το "Άρτεμις" του Andy Weir με μεγάλο κέφι. Είναι ένα γρήγορο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας, με πολύ ενδιαφέρουσα κεντρική ηρωίδα, που στηρίζεται στις γνώσεις του συγγραφέα για το φεγγάρι και το διάστημα, αλλά και στην ικανότητά του ως αφηγητή. Αν και έχει κάποια λογικά χάσματα στην πλοκή, απόλαυσα τη διαφυγή σε έναν άλλο, τελείως διαφορετικό κόσμο, ακόνισα τη φαντασία μου και πέρασα δύο τρία ευχάριστα απογεύματα. 

Η «Άρτεμις» είναι η αποικία των Γήινων στο Φεγγάρι. Είναι φτιαγμένη από ένα σύστημα «Φυσαλίδων», θόλων δηλαδή, που διασφαλίζουν τη ροή του οξυγόνου. Η Τζαζ Μπασάρα είναι  Σαουδαράβισσα, κι ήρθε στη Σελήνη πολύ μικρή, στα έξι της. Ήταν άγριο νιάτo στην εφηβεία της κι έτσι παρόλο που το μυαλό της είναι εξαιρετικά κοφτερό, έχει καταντήσει αχθοφόρος στο λιμάνι. Ζει σε μια τρύπα, όπου χωράει μόνο η κουκέτα της, κι ονειρεύεται να πλουτίσει. Είναι όμως επιπόλαιη και θερμοκέφαλη. Κάνει ένα μικρολαθρεμπόριο καπνού και άλλων ειδών και έτσι γνωρίζει έναν μεγιστάνα που έχει ένα σχέδιο. Κι από εκεί ξεκινά ο πανικός. 

Ο Weir έστησε εξαιρετικά την φεγγαροαποικία, χειρίστηκε πολύ πειστικά τους χαρακτήρες, χρησιμοποίησε στοιχεία από πραγματικές διαστημικές αποστολές, έφτιαξε δικά του. Κάποιες στιγμές έχεις την αίσθηση πως μερικές σκηνές γράφτηκαν μόνο για να γυριστούν σε ταινία, αλλά δεν μένει μόνο σε αυτές, τους αγαπάει τους χαρακτήρες του, κυρίως την ηρωίδα του, και τους φροντίζει. 

Έχω διαβάσει και το προηγούμενο βιβλίο του, αυτό που τον έκανε διάσημο και του επέτρεψε να παρατήσει τη δουλειά του και να είναι μόνο συγγραφέας, τον Άνθρωπο στον Άρη. Η Άρτεμις είναι πιο καταιγιστικό βιβλίο, εξίσου ενδιαφέρον, και υποπτεύομαι πως θα του φέρει ακόμα μεγαλύτερη φήμη και χρήματα. Και αυτό, στην περίπτωσή του, είναι καλό· ποτέ κανέναν δεν έβλαψε ένα καλογραμμένο best seller. 


                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ


"Άρτεμις", Andy Weir, μετ. Χριστόδουλος Λιθαρής, εκδ. Παπαδόπουλος, 2018, σελ. 365










Υ.Γ. 42 Για τον Άνθρωπο στον Άρη υπάρχουν στο Διαβάζοντας τρεις παρουσιάσεις (για κάποιον ακατάληπτο λόγο):



Κατερίνα Μαλακατέ: http://diavazontas.blogspot.com/2016/01/andy-weir.html



30/7/18

"Το Πλέγμα", Μιχάλης Μοδινός




Ο Μιχάλης Μοδινός μάς είχε συνηθίσει σε μυθιστορήματα με μεγάλα εντυπωσιακά θέματα, σε ιστορίες μέσα στην Ιστορία, την Επιστήμη, τη Γεωγραφία. Στο νέο του βιβλίο επιχειρεί κάτι διαφορετικό, τόσο από την πλευρά της αφήγησης, όσο και του θέματος. Πρόκειται για ένα "μυθιστόρημα σε είκοσι μονολόγους". Ο κάθε αφηγητής έχει χαλαρή σχέση με τους υπολοίπους, -μερικές φορές τη μαντεύεις, κι άλλες όχι. Διαβάζουμε καθημερινές ιστορίες, κάποιες τετριμμένες, ίσως και φτηνές, που ορίζουν όμως τη ζωή των πρωταγωνιστών και μοιάζουν τόσο με τους καθενός μας. Ώρες ώρες νομίζεις πως γράφει τη δική σου ιστορία. 

Άντρες και γυναίκες, οι περισσότεροι μιας κάποιας ηλικίας, που ασχολούνται με τον μικρόκοσμό τους, με τις ερωτικές τους περιπέτειες, κι ας είναι παντρεμένοι, με τις αρρώστιες, τη φθορά, το θάνατο, την πολιτική. Κάποτε μοιάζει σαν όλοι αυτοί να γίνονται ένα, να έχουν μία, συλλογική φωνή που εκφράζει τον συγγραφέα, μιλά για τις πίκρες, τις εμμονές, τις χαρές του. Άλλοτε είναι τελείως διακριτό πως μιλάει κάποιος άλλος, κάποιος με τελείως ξέχωρη ιδιοσυγκρασία. 

Κυρίαρχα θέματα είναι ο έρωτας, στην πιο ώριμη, θνητή και χωμάτινη μορφή του,- σεξουαλική με διαφορετικό τρόπο από των εφήβων-, πάντως πιο συνειδητοποιημένη και απτή. Κι ο χρόνος, που περνά αργά όταν πηγαίνεις 24ώρες βόλτες με την ερωμένη σου, και εξαιρετικά γρήγορα όταν δεν αναγνωρίζεις πια τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Κι η φθορά, σε συναισθηματικό και σωματικό επίπεδο. Κι η ανάγκη για αποδοχή, και συντροφικότητα, αγάπη και ομορφιά. Κι η ανάγκη να ζήσεις, λίγο ακόμα. 

Το μυθιστόρημα αναδεικνύει τις ικανότητες του Μοδινού στην ψυχογράφηση των ηρώων. Αρχίζει πολύ εντυπωσιακά, κάπως σαν να επαναλαμβάνεται στη συνέχεια, όμως η τελική του γεύση είναι εξαιρετική. Μου αρέσει που ο συγγραφέας δοκίμασε κάτι που τον ξεβόλεψε, τον έβγαλε από τις ευκολίες του. Κι όχι μόνο προσπάθησε, αλλά τα κατάφερε, το Πλέγμα είναι ένα καλό βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις. 



                                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ



«Το Πλέγμα», Μιχάλης Μοδινός, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 228

23/7/18

Με ένα kindle χάνομαι




Έχω υπάρξει ένθερμη οπαδός τους χαρτιού. Διαβάζω από τότε που έμαθα ανάγνωση ό,τι πέσει στα χέρια μου, έχω υπάρξει σαβουροαναγνώστρια, έχω διαβάσει πολύ για σχολείο, για πτυχίο, για μεταπτυχιακό, διαβάζω πολλές ώρες μέσα στην ημέρα και τώρα που μεγάλωσα, fiction και non-fiction, στο χαρτί και στην οθόνη. Με λίγα λόγια η ανάγνωση- και η γραφή- ορίζουν τη ζωή μου. Κι έχω υπάρξει ένθερμη οπαδός των υπολογιστών από τα μικράτα μου, από τότε που προγραμματίζαμε στη gwbasic να φτιάχνει χριστουγεννιάτικα δέντρα με αστεράκια σε λούπες, και δίναμε εντολές dir στο dos, μέχρι τώρα, που τα κοινωνικά δίκτυα τρώνε τη μισή ζωή μας. Γράφω σχεδόν πάντα στον υπολογιστή, δεν έχω γράψει ποτέ πεζό με το χέρι, έχω γράψει όμως ποίηση στην εφηβεία μου, και συνεχίζω να γράφω, αυστηρά σε χαρτί με μολύβι. 

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Μα γιατί άργησα πολύ, με αυτά τα δεδομένα, να αποκτήσω e-reader. Στην Ελλάδα, που η κουλτούρα της ανάγνωσης δεν είναι εξαιρετικά διαδεδομένη, και οι εκδόσεις των βιβλίων είναι – οι περισσότερες- πανέμορφες και προσεγμένες, οι e-readers δεν έχουν μεγάλη πέραση. Για την ακρίβεια τους περισσότερους πρέπει να τους παραγγείλεις από το εξωτερικό, χωρίς να τους έχεις δει ποτέ, κάπως στα τυφλά, ρωτώντας γνώμες φίλων. Έτσι, πριν από δυο χρόνια πήρα ένα kindle paperwhite μετά από σχετική ερώτηση στο γκρουπ. Και θα σας πω την εμπειρία μου από αυτό το μαραφέτι. 

Διαβάζω λοιπόν στο εν λόγω γκατζετάκι όταν είμαι σε διακοπές ή μετακινούμαι, κυρίως Αγγλικά- σπανιότερα Γαλλικά και σχεδόν ποτέ στα Γερμανικά· στα Ελληνικά δε ακόμα λιγότερο. Διαβάζω μέσα στο σπίτι στο kindle στις εξής τρεις περιπτώσεις: 

1. Το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά 

2. Το βιβλίο είναι πανάκριβο στα ελληνικά και τσιγκουνεύομαι 

3. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί κακά στα ελληνικά και το ξέρω. Ή το μαθαίνω στην πορεία, οπότε το κατεβάζω για να μην χάσω την συνέχεια. 

Από αυτή την άποψη, συνεχίζω να διαβάζω κατά 90% χάρτινα, και το kindle έχει χάσει πανηγυρικά. Το βασικό μου πρόβλημα είναι πως τα ελληνικά e-books είναι είτε ανύπαρκτα είτε πανάκριβα, και μιας και η ελληνική γλώσσα είναι η μητρική μου, και επιθυμώ μάλιστα να συγγράφω σε αυτή, την προτιμώ όταν διαβάζω. 

Το kindle paperwhite δυσκολεύεται με τα pdf, τα διαβάζει μεν, αλλά τα σελιδοποιεί άσχημα και δεν σε αφήνει να αλλάξεις το μέγεθος της γραμματοσειρές, κι αυτό στην ώριμη πρεσβυωπική ηλικία που βρίσκομαι είναι αποτρεπτικό. Επίσης από e-books διαβάζει μόνο mobi, άρα αν το έχεις σε άλλο format πρέπει να το μετατρέπεις, κάτι που για κάποιους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους θεωρείται παράνομο, ακόμα κι αν έχεις αγοράσει πλήρως νόμιμα το βιβλίο τους, οπότε απαιτεί μια – παράνομη- διαδικασία ακόμα. Κι εκεί αρχίζει το σιχτηρικλίκι, εμ πλήρωσα, εμ θα παρανομήσω. Βρε μπας και να παρανομήσω έτσι κι αλλιώς. Επίσης, η οθόνη του kindle δεν ισοδυναμεί με μια σελίδα τυπωμένου βιβλίου ακόμα κι αν τα γράμματα είναι πολύ μικρά. Που πρακτικά σημαίνει πως ψυχολογικά το βιβλίο φαίνεται μεγαλύτερο, πρέπει να γυρίσεις περισσότερες σελίδες, και για τον ψυχαναγκαστικό εαυτό μου είναι πρόβλημα. 

Τώρα πάμε στα θετικά. Αν όλα πάνε καλά δηλαδή κι έχεις στο kindle σου ένα mobi αγορασμένο από το amazon. Η ανάγνωση είναι πολύ βολική, τα μάτια δεν κουράζονται, μπορείς να αγοράσεις επιτόπου το βιβλίο που θέλεις χωρίς καμία καθυστέρηση, διαβάζεις τη νύχτα χωρίς λάμπα και δεν ενοχλείς τον διπλανό σου, διαβάζεις χωρίς πρεσβυωπικά γυαλιά αφού η γραμματοσειρά προσαρμόζεται, δεν χρειάζεσαι σελιδοδείκτες, δεν χρειάζεσαι σημειωματάρια, δεν χρειάζεσαι λεξικό- είναι όλα ενσωματωμένα-, δεν κουβαλάς δέκα βιβλία στις διακοπές, ειδικά αν πηγαίνεις με αεροπλάνο, δεν γεμίζεις κι άλλο χαρτί στο σπίτι που έχει ήδη παντού ξέχειλες βιβλιοθήκες. 

Σε γενικές γραμμές το kindle μου πιάνει σκόνη, κι οι βιβλιοθήκες μου επεκτείνονται, κοντεύουν να μας καταβροχθίσουν. Δεν έχω κανένα σοβαρό φετίχ με το βιβλίο ως αντικείμενο, δεν το μυρίζω, δεν το κρατάω άθικτο, αντίθετα το τσακίζω, σημειώνω, το κάνω δικό μου. Μου αρέσει που το σπίτι μου είναι γεμάτο βιβλία, αλλά σιγά σιγά μπουκώνω, δεν θέλω να τα κρατάω όλα, δεν μπορώ με τόσες στοίβες τριγύρω. Βαριέμαι να απαντάω και στο πανέξυπνο ερώτημα «τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;». Προς το παρόν όμως για μένα ο e-reader δεν είναι η λύση, δεν καταφέραμε να αγαπηθούμε. Ίσως στο επόμενο γκατζετάκι. 


                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ