20/2/23

Τι γίνεται στις Λέσχες μας;






Τι γίνεται στις Λέσχες μας;

Μαζευόμαστε είτε στο βιβλιοπωλείο (Booktalks, Αρτέμιδος 47, Π. Φάληρο), είτε διαδικτυακά μια φορά τον μήνα μέσω zoom, και συζητάμε όλοι μαζί για ένα συγκεκριμένο βιβλίο.

Πρέπει να μιλήσουν όλοι;

 Όχι, μόνο όσοι θέλουν. 

Πρέπει να είναι διαβασμένοι όλοι; 

Ούτε καν αυτό, αλλά επειδή στις λέσχες τα βιβλία αναλύονται διεξοδικά, ως το τέλος, μπορεί κανείς να ακούσει ως και την τελευταία φράση (για όσους δεν τους αρέσουν, τα σπόιλερ παραμονεύουν, για μένα θα ήταν εντελώς αδιάφορα).

Ποιος διαλέγει βιβλίο;

Αποκλειστικά η συντονίστρια, δηλαδή εγώ (μουχαχα). Όσες φορές δοκιμάσαμε πιο δημοκρατικές λύσεις, απέτυχαν παταγωδώς.

Πρέπει να δηλώσω συμμετοχή; Πρέπει να έρχομαι ανελλιπώς σε καθεμιά; Πρέπει να συστηθώ την πρώτη φορά και να σας πω γιατί διαβάζω; Κοστίζει;

Η συμμετοχή στις Λέσχες μας είναι δωρεάν. Δεν χρειάζεται δήλωση συμμετοχής, ούτε να έρχεται κανείς σε όλες. Η γνωριμία γίνεται σιγά σιγά και σταδιακά. Γινόμαστε παρέα βέβαια και τα υπόλοιπα έρχονται αβίαστα, όταν κάποιος δεν λείπει, μάς λείπει, του την λέμε, τον προγκάμε να έρθει, κι άλλα τέτοια χαρούμενα.

Και ποια είναι η διαδικασία;

Για αρχή λέω στα μέλη γιατί επιλέχτηκε το συγκεκριμένο κείμενο κι έπειτα αρχίζουν να παίρνουν τον λόγο ένας ένας και μια μια για να γίνει κουβέντα. Δεν έχεις κανένας γραμμένα κείμενα (κι αν έχει δεν τον αφήνουμε να τα διαβάσει). Οι Λέσχες μας είναι συζητήσεις κι όχι πραγματείες. Ακούγοντας τη γνώμη του καθενός, κι έχοντας πρόσφατη την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου, η σκέψη ανοίγει, νιώθεις πως ξέρεις τον άλλον, πως διαβάσατε το ίδιο βιβλίο αλλά ταυτόχρονα κι ένα διαφορετικό βιβλίο. Ανάλογα ποιος είναι ο καθένας.

Και, έρχονται καθόλου άντρες ή «είστε Λέσχη κυριών»;

Ειλικρινά, στη διά ζώσης, έρχονται συνήθως 2-3 άντρες στα περίπου 40 μέλη. Στις διαδικτυακές το ποσοστό ανεβαίνει, περίπου το 1/3 είναι άντρες και μιλούν και πιο πολύ. Δεν θέλω να αναλύσω το κοινωνικό φαινόμενο, αν οι γυναίκες διαβάζουμε περισσότερο, αν είμαστε πιο κοινωνικές, κ.ο.κ. Απλά αυτά είναι τα στατιστικά.

Και γιατί λέμε «Λέσχες» κι όχι «Λέσχη»;

Γιατί με τα χρόνια κάπως γιγαντώθηκε το πράγμα. Έτσι τώρα πια έχουμε:

Μια Λέσχη στην αρχή του μήνα, Σάββατο απόγευμα στο βιβλιοπωλείο, στην οποία διαβάζουμε έργο Έλληνα συγγραφέα, και συνήθως είναι μαζί μας, αν ζει. Αν δεν ζει, όλο και κάποιος θα είναι εκεί ως «εκπρόσωπός» του. Συνήθως ένα κομμάτι αυτής της Λέσχης μεταδίδεται και ζωντανα στην ομάδα της Λέσχης στο facebook.

Μια Λέσχη προς το τέλος του μήνα, διά ζώσης στο βιβλιοπωλείο, Σάββατο απόγευμα, για ένα βιβλίο μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

Μια Λέσχη διαδικτυακά, προς το τέλος του μήνα, μέσω zoom, Κυριακή βραδάκι, για το ίδιο βιβλίο μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

Ωραία όλα αυτά, αλλά γιατί να το κάνω;

Στις Λέσχες συχνά διαβαζεις βιβλία που δεν θα σκεφτόσουν ο ίδιος, πιθανώς ούτε θα διάλεγες. Το βάρος της επιλογής το παίρνει άλλος. 'Oταν μπεις βαθιά στη διαδικασία, διαβάζεις περισσότερο, είναι καθαρά θέμα ψυχολογίας, πρέπει να έχεις τελειώσει το βιβλίο μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία, γίνεται η ανάγνωση συνήθεια. Ακούγοντας τι έχουν να πουν οι άλλοι για το βιβλίο, πάντα θα νιώσεις λίγη έκπληξη («μα είναι δυνατόν να σκέφτηκε αυτό», «γιατί δεν το σκέφτηκα κι εγώ αυτό» κ.ο.κ.). Τέλος, μετά τις Λέσχες πάντα παίζουν ποτά, σαγκρίες μαργαρίτες, θέατρα, εκδρομές. Ε, όχι για όλους, για όσους έχουν όρεξη.

Και τι καλο διαβάσατε φέτος για να δω αν θα μου άρεσε να έρθω;

Μπείτε στην ομαδα στο Facebook και θα τα δείτε όλα μαζεμένα και νοικοκυρεμένα. Εκεί ανεβαίνουν μόνο οι ανακοινώσεις για τη Λέσχη και τίποτε άλλο:








Επόμενο βιβλίο για την ελληνική εκδοχή της Λέσχης μας το "Ζιγκ Ζαγκ στις νεραντζιές" της Έρσης Σωτηροπούλου (εκδ. Πατάκη).
Τα μεταφορικά για το βιβλίο της Λέσχης μας είναι πάντα δωρεάν, μπορείτε να το παραγγείλετε εδώ:

https://www.booktalks.gr/neoelliniki-logotexnia/neoelliniki-pezografia/zigk-zagk-stis-nerantzies-el.html


Θα συναντηθούμε στις 11 Μαρτίου 2023 στις 6μ.μ. στο Booktalks (Αρτέμιδος 47, Π. Φάληρο). Μαζί μας θα είναι και η συγγραφέας





Επόμενο βιβλίο για τη "Λέσχη των μεταφρασμένων": "Ο δήμαρχος του Κάστερμπριτζ", Thomas Hardy, μτφ. Τόνια Κοναλένκο, εκδ. Gutenberg. Θα συναντηθούμε το Σάββατο 18 Μαρτίου 2023 στις 6μ.μ. στο βιβλιοπωλείο και την Κυριακή 19 Μαρτίου 2023 στις 8μ.μ. διαδικτυακά μέσω zoom.

Tο βιβλίο μπορείτε να το παραγγείλετε εδώ (τα μεταφορικά για τα βιβλία της Λέσχης μας είναι πάντα δωρεάν):
από 19,00 ---> 14,50€




14/2/23

"Η γυναίκα του επάνω ορόφου", Claire Messud



Αγοράστε το εδώ: https://www.booktalks.gr/logotexnia/amerikaniki-logotexnia/amerikaniki-pezografia/amerikaniki-pezografia-muthistorima/i-gunaika-tou-epano-orofou.html 



«Πόσο οργισμένη είμαι; Δεν θέλετε να ξέρετε. Αυτό κανένας δεν θέλει να το ξέρει.

Είμαι καλό κορίτσι, γλυκό κορίτσι, άριστη μαθήτρια, αυστηρών αρχών, υποδειγματική κόρη, ευσυνείδητη επαγγελματίας, και ποτέ δεν έκλεψα τον γκόμενο καμιάς και ποτέ δεν παράτησα καμία φίλη, και ανέχτηκα τις μαλακίες των γονιών μου και τις μαλακίες του αδελφού μου, κι εξάλλου δεν είμαι κορίτσι, έχω περάσει τα σαράντα, το κέρατό μου, και είμαι καλή στη δουλειά μου και απίθανη με τα παιδιά, και κρατούσα το χέρι της μάνας μου όταν πέθανε, έπειτα από τέσσερα χρόνια που της κρατούσα το χέρι όσον καιρό πέθαινε, και μιλάω στον πατέρα μου κάθε μέρα στο τηλέφωνο –κάθε μέρα, προσέξτε, και τι καιρό κάνει απ’ τη δική σας πλευρά του ποταμού, γιατί εδώ ο καιρός είναι μουντός κι έχει και λίγη υγρασία; Υποτίθεται ότι θα έγραφε «Μεγάλη Καλλιτέχνιδα» στο μνήμα μου, αλλά αν πέθαινα αυτή τη στιγμή, αντί γι΄αυτό θα έγραφε «πολύ καλή δασκάλα/κόρη/φίλη»∙ κι αυτό που στ’ αλήθεια θέλω να φωνάξω, και το θέλω και με μεγάλα γράμματα, σ’ εκείνο τον τάφο είναι ΑΙ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΟΛΟΙ ΣΑΣ.

Το ίδιο δεν νιώθουμε όλες οι γυναίκες;»


Έτσι μας συστήνεται η κεντρική ηρωίδα αλλά και πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια Νόρα στην πρώτη πρώτη σελίδα του βιβλίου. Σφύζει από οργή στα 42 της. Όμως αυτό που την εξόργισε συνέβη πέντε χρόνια πριν, στα 37 της, τότε που θεωρούσε τον εαυτό της ήδη μεσόκοπο. Για την τριανταεπτάχρονη Νόρα, που άκουσε τη συμβουλή της μητέρας της και σπούδασε παιδαγωγικά αντί για Τέχνη, όλα αλλάζουν μόλις μπαίνει στην τάξη της ο Ρεζά, ένα πανέμορφο αγόρι, που δεν μιλάει λέξη Αγγλικά. Σύντομα η Νόρα θα γνωρίσει τη μαμά του αγοριού, την Σιρένα. Η Σιρένα είναι πραγματική καλλιτέχνιδα, με εκθέσεις, αναγνώριση, ταπεραμέντο και θα της προτείνει να νοικιάσουν ένα στούντιο μαζί. Κι έτσι ξεκινά μια σχέση (ή μάλλον τρεις σχέσεις) μάγευσης και απομάγευσης.

Η Νόρα, που στο πρώτο μέρος του βιβλίου μας μιλά για την οργή της, για τις ανασφάλειες της, για τη μάνα της και τα ανεκπλήρωτα όνειρά της, για τις επιταγές της κοινωνίας και τις μάσκες που πρέπει να ενδυθεί μια γυναίκα για να επιβιώσει, πέφτει με τα μούτρα πάνω στην οικογένεια. Παθαίνει εμμονή, ερωτεύεται τόσο τη Σιρένα, όσο και τον άντρα της, τον Σκαντάρ, φαντασιοκοπεί πως είναι η μάνα του παιδιού τους. Και κάνει τέχνη, δίπλα στη Σιρένα. Η Σιρένα φτιάχνει εγκαταστάσεις που καταλαμβάνουν όλον τον χώρο, η Νόρα φτιάχνει μικρά κουκλόσπιτα όμοια με την πραγματικότητα της.

Η Νόρα, που φτιάχνει κουκλόσπιτα, με πρώτο της Ντίκινσον, η καλλιτέχνιδα που όλο μικραίνει μικραίνει μικραίνει, δεν φαίνεται πουθενά και δημιουργεί από τη σκοτεινιά της, έρχεται σε άμεση αντίστιξη με τη Σιρένα, την όμορφη, επιτυχημένη, σύζυγο, μαμά που φτιάχνει μια τεράστια Χώρα τον θαυμάτων. Οι λογοτεχνικές αναφορές πυκνώνουν στο βιβλίο, γιατί η Νόρα δεν είναι η "γυναίκα του Υπογείου", ούτε "The madwoman in the attic", αλλά είναι «The woman upstairs». Μπαίνει στη μέση όλη η φεμινιστική θεωρία, η Μπάτλερ κ.ο.ο αλλά και όλη η λογοτεχνία, ο Προύφροκ του Έλιοτ, η ποίηση του Λάρκιν. Όλοι οι ανασφαλείς και σκοτεινοί. Όλοι όσοι γοητεύονται από τον νάρκισσο.

Η Νόρα, που στο πρώτο μέρος μάς μιλά για τη θηλυκότητα που είναι μία μασκαράτα, για τα κορίτσια που δεν τολμούν να πουν πως καταλαβαίνουν τα μαθηματικά, για τη δουλειά του άντρα που έχει πάντα προτεραιότητα, για ματαιωμένα καλλιτεχνικά όνειρα, για σιγουριά και θάνατο, πέφτει με τα μούτρα σε μια εμμονή, με μια ολόκληρη οικογένεια. Δεν θέλει απλά αυτό που έχουν, θέλει να τους καταβροχθίσει, να φάει τις σάρκες τους, να ικανοποιηθεί σεξουαλικά. Και ξαφνικά η ταύτιση με όσα λέει στο πρώτο μέρος, και πιθανότατα τα έχει νιώσει κάθε γυναίκα της γενιάς μας, διαλύεται. Η Νόρα ορθώνεται και μαζί καταρρέει, επιτέλους δημιουργεί, αλλά από την άλλη προσκολλάται, αφήνεται να την εκμεταλλευτούν όλα τα μέλη της οικογένειας, που μέσα στο ναρκισσισμό τους, δεν παίρνουν καν χαμπάρι τι γίνεται. Θύματα και θύτες. Όλοι. Στο τέλος θα φάει το χαστούκι της να στρώσει, θα μπει στη γωνιά της, ξανά, στη θέση της, θα διαπιστώσει αν θέλει να είναι καλλιτέχνιδα, θα συνεχίσει να είναι μόνη και προσκολλημένη στην πεθαμένη μάνα της. Αλλά πια θα είναι και οργισμένη.

Παρά τα όσα λέγονται για τη «Γυναίκα του επάνω ορόφου», δεν είμαι σίγουρη πως η Μεσούντ έγραψε ένα «φεμινιστικό βιβλίο μόνο για γυναίκες», ένα βιβλίο "βγαλμένο από τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής", ένα βιβλίο "για μια αντιηρωίδα", ή ένα βιβλίο γ"ια βαθιά χασμουρητά". Για την ακρίβεια είμαι πολύ σίγουρη πως αυτό το τελευταίο δεν ισχύει, το αντίθετο συνέβη, είναι τέτοια η ένταση του πρώτου μέρους, που πολλοί ενστικτωδώς αντέδρασαν στο δεύτερο όχι από βαρεμάρα, αλλά γιατί ανατρέπει αρκετά από αυτά που λέγονται στην αρχή.

Το μυθιστόρημα διαπραγματεύεται τη γυναικεία κατάσταση αλλά και αυτή της δημιουργού. Ποια θα επιτύχει, τι είναι επιτυχία, ποια είναι τα πολλαπλά είδωλα της πραγματικότητας. Δεν έχει απαντήσεις, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο προσόν του. Χτίζει τον περίπλοκο κόσμο της ανασφάλειας του καλλιτέχνη, που δεν έχει καμία αναφορά στα φύλα, όμως ταυτόχρονα διερευνά τη γυναίκεια υπόσταση, όπως ορίζεται από τις κοινωνικές επιταγές. Διαπραγματεύεται ένα από τα πιο καυτά θέματα στη λογοτεχνία του καιρού μας, τη γυναικεία δημιουργία, τον χώρο που πρέπει να διεκδικήσει η γυναίκα καλλιτέχνιδα. Χωρίς εμμονή με τα φεμινιστικά κλισέ –τα βλέπουμε όλα γραμμένα στο πρώτο μέρος, για να σκάσουν –τα πιο πολλά— εκκωφαντικά στο δεύτερο. «Η γυναίκα του επάνω ορόφου», αυτή η ήσυχη κυρία που δεν την βλέπεις καν, ενοχλεί∙ είναι πια η δουλειά της. Ενοχλεί γιατί διεκδικεί και είναι οργισμένη, ενοχλεί γιατί είναι ανθρώπινη κι έχει εμμονές, ενοχλεί γιατί δεν τη συμπαθείς, γιατί τελικά ανακαλύπτει πως δεν μπορεί να σηκώσει στις πλάτες της τη δημιουργία όλου του κόσμου. Κι αυτό τελικά, είναι εντάξει.

                Κατερίνα Μαλακατέ


"Η γυναίκα του επάνω ορόφου", Claire Messud, μετ. Ρένα Χατχουτ, εκδ. Gutenberg, 2022, σ. 449

6/2/23

"Λάδι σε καμβά", Αλέξης Πανσέληνος



Ανακάλυψα τη γοητεία των μυθιστορημάτων του Αλέξη Πανσέληνου κάπως αργά, διάβασα τη "Μεγάλη πομπή" μόλις το 2016. Έκτοτε όμως διόρθωσα το λάθος μου κι έχω διαβάσει πια σχεδόν όλα τα βιβλία του. Η γραφή του είναι μαυλιστική, είναι ένας συγγραφέας που αγαπά βαθιά τη γλώσσα, χωρίς να ξεχνά την πλοκή και την ιστορία από τους γεννημένους γραφιάδες. Συνηθίζω να λέω πως αν έγραφε σε άλλη γλώσσα, θα ήταν παγκοσμίως γνωστός και πολυμεταφρασμένος. 

Έπιασα το όγδοο του μυθιστόρημα, το "Λάδι σε καμβά", σχεδόν με το που βγήκε, γιατί ήξερα πως η αναγνωστική απόλαυση θα ήταν εγγυημένη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και ματαίωσης. Ενηλικίωσης και ματαίωσης μιας ολόκληρης γενιάς, στο πρόσωπο του Σπύρου, ενός νεαρού εικοσάχρονου που ονειρεύεται να γίνει ζωγράφος κι έχει ήδη περάσει στη σχολή Καλών Τεχνών το καλοκαίρι του ’66. Τότε ο πατέρας του θα τον στείλει διακοπές στο σπίτι ενός φίλου, του Φαίδωνα Καραλή. Ο Καραλής ήταν κι αυτός ανερχόμενος ζωγράφος, όταν τα παράτησε κι αποτραβήχτηκε στο νησί με την οικογένειά του.

Εκεί ο Σπύρος θα μπλέχτει στη ζωή της οικογένειας και στην ομορφιά του νησιού, θα χαρεί άγρια τα είκοσι του χρόνια, και θα ζήσει τον έρωτα. Οι δυο κόρες της οικογένειας, η 23χρονη Ειρήνη, πάνω στη σεξουαλική της άνθηση και η 12χρονη Γωγώ, ένα κορίτσι στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παιδικότητα και την εφηβεία, θα τον διεκδικήσουν. Κι εκείνος θα ανταποκριθεί στο σεξουαλικό κάλεσμα της μιας, ενώ θα συγκινηθεί κι από το ερωτικό νοιάξιμο της άλλης. Ο Σπύρος θα αφεθεί και τελικά θα πληγώσει και θα πληγωθεί, θα δημιουργήσει σκάνδαλο, και θα χάσει την αθωότητά του.

Αυτό το θέμα, της αθωότητας, το παιχνίδι ανάμεσα στον 20χρονο Σπύρο και τη 12χρονη Γωγώ, είναι από τα βασικά μοτίβα του βιβλίου στο πρώτο μέρος, ένα μέρος ανοιχτόκαρδο, που απλώνεται στον αφηγηματικό χρόνο. Η αθωότητα, ή μάλλον η έλλειψη της πια, διαπερνά και το δεύτερο μέρος, που εκτείνεται από το 1967 ως το 2012. Εδώ ο αφηγηματικός χρόνος συμπυκνώνεται, το πολιτικό καταλαμβάνει το προσωπικό, ο Σπύρος βλέπει τα όνειρα του για δημιουργία να κατακρημνίζονται πάνω στη δικτατορία, στην ανάγκη για βιοπορισμό και τη δίκη του αβεβαιότητα.

«Σκέφτομαι όμως συχνά ότι κάτι μέσα μου με έκανε να χάσω την πίστη στον εαυτό μου. Δεν θεωρώ πως είμαι πραγματικά κακός άνθρωπος. Αν και μπορεί να είμαι. Αλλά ένας καλλιτέχνης πρέπει να είναι και να νιώθει αγνός για να δημιουργήσει- να διατηρεί μέσα του το μικρό παιδί που υπήρξε, αλλιώς η ζωή του και η τέχνη του τρέχουν σε λάθος ράγες. Δεν θα άντεχα να ζωγραφίζω τις τύψεις μου για τις αποτυχίες και το σκοτάδι μέσα μου. Ο κόσμος που έρχεται να δει τις ζωγραφιές μας θέλει να βγει από τα σκοτάδια και να αντικρίσει φως. Αν δεν έχεις φως να προσφέρεις, τότε κάνεις κακή τέχνη. Άλλοι ίσως αντέχουν και το κάνουν. Εγώ δεν θα άντεχα. Προτίμησα να σβήσω να υποχωρήσω και να σωπάσω»

Με ατολμία ζήσαμε τη ζωή μας. Είναι πολύ κοινό που συμβαίνει στον Σπύρο, όταν ξαφνικά συνειδητοποιεί πως δεν πια τα κότσια ούτε να δημιουργήσει αλλά ούτε και να αγαπήσει. Περνά την υπόλοιπη ζωή του στον αυτόματο, με την παρηγοριά της μουσικής, χωρίς να ασχοληθεί ξανά με καμβάδες, χωρίς να μπορεί να πετάξει. Τέτοιες, προσγειωμένες ζωές, ζούμε οι περισσότεροι, ακόμα πιο πολύ ο ήρωας μιας και η πολιτική εκτροπή διέλυσε τη ζωή του ύπουλα, χωρίς καν να το καταλάβει.

Ο Σπύρος είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και το μεγάλο ατού του μυθιστορήματος. Δίνει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να μιλήσει απλά και λιτά, να εξιστορήσει χωρίς φιοριτούρες και μελοδραματισμούς∙ ένας ζωγράφος είναι άλλωστε ο ήρωας μας, όχι κανένας διανοοούμενος των γραμμάτων. Κι έτσι έχουμε ένα από τα πιο «καθαρά» γραμμένα ελληνικά μυθιστορήματα, η λιτότητα και η απλότητα το ξεχωρίζουν. Ένα μυθιστόρημα που μιλάει για τα μεγάλα, τη ζωή, τον θάνατο, τη ματαίωση, τον Έρωτα, την αγάπη για τους γονιούς ενώ ασχολείται με τα μικρά που ορίζουν τη ζωή μας.

Από τα πιο γοητευτικά κομμάτια είναι κι ενασχόληση με τα εικαστικά, η αναφορά σε μεγάλα ονόματα, η εμπλοκή στην πλοκή δύο πινάκων, που καθορίζουν την κάθε εποχή του μυθιστορήματος. Τελικά το «Λάδι σε καμβά» είναι ένα μυθιστόρημα μαθητείας,όχι γιατί παρακολουθούμε την ενηλικίωση του Σπύρου, αλλά γιατί ένα από τα βασικά θέματα που διαπραγματεύεται είναι η ίδια η διαδικασία της δημιουργίας. Η αντίστιξη ανάμεσα στην τόλμη και την ατολμία. Σαν να συγκρούονται δυο κόσμοι, και να φαίνεται τελικά ποιος από τους δυο μπορεί να φτιάξει Τέχνη.



                                         Κατερίνα Μαλακατέ


Υ.Γ. 42 Ομολογώ πως η ηλικία του νεαρού κοριτσιού με ξενίζει και θα συνεχίζει να με ξενίζει. 



"Λάδι σε καμβά", Αλέξης Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023



27/1/23

"Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος", Primo Levi






Σε τι διαφέρει το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι από τις αντίστοιχες μαρτυρίες για το τι συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Για αρχή, ο Λέβι βρήκε το ψυχικό σθένος να γράψει το κείμενο μόλις έναν χρόνο από την απελευθέρωσή του. Κάποιοι από τους επιζήσαντες, οι περισσότεροι, δεν κατάφεραν ποτέ να μιλήσουν για το τραύμα, κι όμως ένας νεαρός, μικρόσωμος Ιταλός, χημικός, που μπήκε στο Άουσβιτς στα 25 του χρόνια άρχισε να γράφει αυτό το βιβλίο, στο κεφάλι του, όσο ήταν ακόμα έγκλειστος. Κι ίσως αυτός να ήταν από τους λόγους που ο Πρίμο επέζησε, ο μόνος από τους 95 Ιταλούς που έφτασαν μαζί με κείνον στο Άουσβιτς.

Κατά δεύτερο λόγο, είναι ο τρόπος που είναι γραμμένη η μαρτυρία του, υπόκωφα, χωρίς πουθενά να κατηγορεί, να ουρλιάζει, να μισεί. Ο τρόμος που νιώθει κανείς διαβάζοντας το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» προέρχεται από την ταύτιση, την κάθαρση, το αριστοτελικό «έλεος και φόβος». Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» έχει Αρχή, Μέση και Τέλος, είναι μια μαρτυρία γραμμένη με μυθιστορηματικούς όρους ως προς τη μορφή, με τρομακτικούς, συγκλονιστικούς όρους ως προς την αλήθειά της.

Κι έπειτα ο Λέβι βρίσκει τον τρόπο να μιλήσει για την απαξίωση του ανθρώπου μέσα στη βρωμιά, την πείνα, την εξοντωτική δουλειά, το φάσμα του θανάτου χωρίς μεγαλόστομα τσιτάτα, χωρίς βαριές κουβέντες. Μας λέει πώς οι καλοί σε τέτοιες καταστάσεις δεν επιβιώνουν, μας μιλά για την οργάνωση των ίδιων των κρατουμένων, μιλά για φαντάσματα, αλλά από την άλλη, αυτά τα φαντάσματα είναι ακόμα άνθρωποι, ακόμα οργανώνονται για να επιβιώσουν, ακόμα βρίσκουν νόμισμα (ένα τέταρτο της φέτας της ψωμιού κ.ο.κ.) για να αποκτήσουν αυτά που δεν έχουν. Η επιβράβευση της εφευρετικότητας είναι η ζωή ή ο θάνατος.

Μέσα στο Άουσβιτς, ο Λέβι που έπασχε ήδη από κατάθλιψη, δεν σκέφτηκε ποτέ να αυτοκτονήσει∙ μόνον πριν και μετά. Μέσα στο Άουσβιτς, κατάλαβε πως το πρόβλημα είναι πάντα ο Άλλος, και πως οι θύτες δεν ήταν τέρατα, απλοί άνθρωποι ήταν. «Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις» γράφει με ξηρή μετριοπάθεια. Μέσα στο Άουσβιτς, ο Πρίμο Λέβι έχασε την πίστη στο Θείο, ή τη Θεία Πρόνοια. Εκεί ο άνθρωπος ορθώθηκε μπροστά του, και οι βασανιστές και οι βασανιζόμενοι.

Ίσως η συγκλονιστικότερη στιγμή του βιβλίου, είναι εκείνη που επιτέλους κάποιος εκφράζει ευγνωμοσύνη. Εκεί είναι η κορύφωση του ανθρώπινου δράματος, εκεί ξέρουν πια τα φαντάσματα πως σε λίγο θα ξαναγίνουν άνθρωποι. Έναν μόλις χρόνο πριν να μετατραπεί σε αυτόν βρωμερό σκελετό από κόκκαλα και κακάδια, ο Λέβι είχε κανονική ζωή, κανονικά όνειρα, κανονικές προσδοκίες, ζούσε όπως εμείς τώρα, ήλπιζε. Η ελπίδα δεν πεθαίνει βεβαίως, μερικές φορές αρκεί να σκεφτείς πως την επόμενη μέρα δεν θα βρέχει, ή πως θα δώσουν διπλή μερίδα ψωμιού, ή πως απλά δεν θα πεθάνεις.

Ο Λέβι έζησε μετά το Άουσβιτς μια μετρημένη ζωή. Ήταν τυχερός γιατί αρρώστησε με οστρακιά τη μέρα της εκκένωσης και δεν πέθανε στην μεγάλη πορεία από το ένα στρατόπεδο στο άλλο. Ήταν τυχερός γιατί ήταν χημικός και μερικούς μήνες τούς πέρασε σε εργαστήριο κι όχι στο κρύο. Ήταν τυχερός που επέζησε της μεγάλης πορείας της επιστροφής στην Ιταλία μετά την απελευθέρωση (του πήρε οκτώ μήνες). Έζησε ως οικογενειάρχης, διευθυντής ενός εργοστασίου με χημικά, συνταξιοδοτήθηκε.

Το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» εκδόθηκε το 1947, με μεγάλο κόπο, κανείς δεν το ήθελε, σε 2500 αντίτυπα, και τα 1000 έμειναν απούλητα. Μόνον το 1957 το μετέφρασαν και το ανακάλυψαν ξανά, και τότε το βιβλίο έγινε παγκοσμίως γνωστό, άρχισε να διδάσκεται στα ιταλικά σχολεία, ο Λέβι γύρισε όλα τα ιταλικά σχολεία και μίλησε. Ταυτόχρονα έγραφε. Δεκαέξι χρόνια μετά το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» έγραψε την Ανακωχή, για την πορεία προς την Ιταλία, μετά. Τα πιο πολλά κείμενά του είναι αυτοβιογραφικά ή μυθοπλαστικά της λογοτεχνίας του φανταστικού. Πιο γνωστό, ο «Περιοδικός πίνακας», μια συλλογή διηγημάτων με βάση τα χημικά στοιχεία.

Ο Πρίμο Λέβι πέθανε το 1987, σε ηλικία 68 ετών, έπεσε από το παράθυρο. Τότε, όλοι πίστεψαν πως ήταν αυτοκτονία. Νεότερες θεωρίες το αμφισβητούν. Δεν έχει και πολλή σημασία, παρά μόνον για τον ίδιο. Τον ίδιο, η ανθρωπότητα πρέπει να τον ευγνωμονεί. Έγραψε αυτό που κανένας δεν τόλμησε, στη μαρτυρία του Λέβι είναι στηριγμένα πολλά ιστορικά βιβλία. Έγραψε ενώ το τραύμα ήταν ακόμα ανοιχτό, το 1946, χωρίς καν να ξέρει αν θα τον πιστέψουν. Και μας άφησε ένα βιβλίο, Μνημείο της Ανθρωπότητας. Που θα έπρεπε να διδάσκεται σε όλα τα σχολεία, σε όλον τον κόσμο.



                                  Κατερίνα Μαλακατέ


"Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος", Primo Levi, μτφ. Χαρά Σαρκιλιώτη, εκδ. Άγρα, 2007, σ. 275

19/1/23

"Σαν σκόνη στον άνεμο", Leonardo Padura


Αγοράστε το εδώ: 
https://www.booktalks.gr/astunomiki-logotexnia/san-skoni-ston-anemo.html



Πρωτοδιάβασα Λεονάρδο Παδούρα με τις "Μάσκες", ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που δεν είναι αστυνομικό, περισσότερο κοινωνικό είναι, πολύ περισσότερο κοινωνικό, δηλαδή. Κι έκτοτε διάβασα όλα του τα βιβλία, με αποκορύφωμα αυτό που κατάφερε στον «Άνθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά». Χειρίστηκε ένα ακαταμάχητο πραγματολογικό υλικό, τη δολοφονία του Τρότσκι από τον Ραμόν Μερκαντέρ, φοβερές ιστορικές προσωπικότητες και το μετέτρεψε σε καθαρή ατόφια λογοτεχνία. Και μόνον για αυτόν τον άθλο, θα άξιζε κανείς να διαβάζει Παδούρα για πάντα.

Κι έτσι, όχι μόνον δεν με τρόμαξε ο όγκος του «Σαν σκόνη στον άνεμο» αλλά με κάποιο τρόπο με καθησύχασε πως αυτός θα είναι ένας Παδούρα που τον ξέρουμε καλά. Πως παρά την μπαρόκ πρόζα του κι ίσως τη φλυαρία του πού και πού, θα περνούσα καλά μαζί του. Έχω ανάγκη τον τελευταίο καιρό να περνάω καλά με τα βιβλία, να αφήνομαι στα καλά χέρια συγγραφέων που αγαπούν τους αναγνώστες, κι όχι στους άλλους, που σαδιστικά μας βασανίζουν. Καλοί είναι κι άλλοι, αλλά δεν είναι η τωρινή μου αναγνωστική φάση.

Κι αφέθηκα στην ωραία αρχική ιστορία για τη νεαρή Αδέλα, που γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη από γονείς μικτής καταγωγής, κι έχει μια περίπλοκη σχέση με την κουβανή μητέρα της, Λωρέττα, γιατί η Λωρέττα δεν θέλει ούτε να ακούει για την Κούβα, ενώ η Αδέλα διψάει για μια καταγωγή και μια πατρίδα. Κι η Αδέλα ερωτεύεται τον Μάρκος, που μόλις ήρθε από την Κούβα. Κι έτσι ξεκινά ένα κουβάρι που δεν αφορά ούτε την Αδέλα, ούτε τον Μάρκος, αλλά τους γονείς τους. Αφορά τη «Συμμορία», μια παρέα νεαρών επιστημόνων γύρω στα τριάντα τη δεκαετία του ’90, τη δεκαετία που η Κούβα ήταν «σε κρίση μέσα στην κρίση». Η ΕΣΣΔ είχε καταρρεύσει, η ΗΠΑ συνέχιζαν το εμπάργκο, εμπόριο δεν γινόταν με κανέναν κι οι άνθρωποι στέκονταν με τα δελτία στις ουρές για όλες. Κι η παρέα σκόρπισε σαν Σκόνη στον άνεμο, σχεδόν όλοι έφυγαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για το εξωτερικό. Κάποιοι κατάφεραν να φτιάξουν μια νέα ζωή εκεί, κάποιοι άλλοι έμειναν για πάντα εγκλωβισμένοι στην ανάμνηση, άλλοι δούλεψαν στον τομέα που σπούδασαν, πήραν διαμερίσματα, αυτοκίνητα και ρόλεξ και δεν γύρισαν να κοιτάξουν πίσω, άλλοι έμειναν βοηθητικό προσωπικό για πάντα. Κι η Κλάρα, έμεινε με τους δυο γιους της στην Αβάνα.

Ο Παδούρα μιλά σε αυτό το μυθιστόρημα, ίσως πρώτη φορά τόσο ανοιχτά, τόσο ξεκάθαρα, για αυτό που βίωσε η γενιά του στην Κούβα, η γενιά που πίστεψε στην Επανάσταση, που βοήθησε πιθανώς το καθεστώς του Κάστρο κι είδε να γκρεμίζεται το οικοδόμημα. Η γενιά της ματαίωσης και της ήττας. Από την άλλη, δεν χαρίζεται ούτε στις χώρες που επιλέγουν οι expats, οι ήρωες του της διασποράς, εκεί που όλα είναι σε αφθονία, αλλά άστεγοι πεθαίνουν από πείνα στους δρόμους.

Πιστεύω πως ο πιο κοντινός του από τους χαρακτήρες που έφτιαξε, είναι η Κλάρα, αυτή, που όπως κι ο ίδιος, έμεινε στην Κούβα, να μεγαλώσει τα παιδιά της όχι ως μηχανικός, αλλά κάνοντας τον κήπο της μποστάνι. Όμως όλοι οι ήρωες του, που είναι έντονοι, συχνά αντιφατικοί, καθόλου χάρτινοι, ούτε ένας μέσα στους τόσους, έχουν σίγουρα κάτι από κείνον και τους φίλους του. Το νιώθεις στον αέρα, η σκόνη του μυθιστορήματος, είναι βαριά αυτοβιογραφική.

Ούτε εδώ βέβαια, λείπουν τα μεγάλα παναθρώπινα θέματα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, οι σχέσεις μας με τους άλλους, η τυχαιότητα, η ζωή και ο θάνατος. Παρά τον όγκο του, ή μάλλον χάρη σε αυτόν, δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Βρίσκεσαι στη δίνη της Ιστορίας, στον ρυθμό της Αβάνας, που κι εδώ συμπρωταγωιστεί και ταυτόχρονα νοιάζεσαι βαθιά για την προσωπική ιστορία του κάθε χαρακτήρα. Ο καθένας ηττήθηκε αλλιώς.

Αγάπησα τον Παδούρα μαζί με τον Μάριο Κόντε. Έχω όμως την αίσθηση πως τα δυο του βιβλία χωρίς αυτόν, αυτό και τα «Σκυλιά», είναι μυθιστορήματα μακράς πνοής και ποιότητας. Σε αυτά θα γυρίζουμε στο μέλλον, όταν αναφερόμαστε στον συγγραφέα. Έναν συγγραφέα που ενώ είναι διάσημος και πασίγνωστος σε όλον τον κόσμο, έμεινε στη χώρα του, μια χώρα που δεν της χαρίστηκε, κι έβλεπε πάντα τα τρωτά της, αλλά από την άλλη, δεν έκανε και ποτέ τη χάρη στον δυτικό κόσμο, να γίνει υποχείριο και φερέφωνό του. Γιατί όπως λέει ο ίδιος «Η Κούβα δεν μου δίνει τα απαραίτητα να ζήσω, αλλά μου δίνει τα απαραίτητα για να γράψω».

                             Κατερίνα Μαλακατέ


Leonardo Padura. Photo: 2010 Ulf Andersen.
 "Σαν σκόνη στον άνεμο", Λεονάρδο Παδούρα, μτφ. Κώστας Αθανασίου, 2022, σ. 565













9/1/23

"Προς τον Παράδεισο", Hanya Yanagihara


Αγοράστε το εδώ


Είμαι από τις αναγνώστριες που αγάπησαν βαθιά το «Λίγη Ζωή». Δεν είναι πως δεν αναγνωρίζω τις λογοτεχνικές αδυναμίες του, είναι πως η κάθαρση που σου προσφέρει το ογκώδες μυθιστόρημα της Γιαναγκιχάρα είναι σπάνιο να βρεθεί κι όταν ένα βιβλίο σε κάνει να κλαις λυτρωτικά στις 6 η ώρα το πρωί, το θυμάσαι για πάντα. Έπιασα λοιπόν το «Προς τον Παράδεισο» με ολοφάνερη λαχτάρα. Τρεις διαφορετικοί κόσμοι στο οπισθόφυλλο, ένας το 1893, ένας το 1993 κι άλλος ένας το 2093, που συνδέονται και δεν συνδεόνται μεταξύ τους, έμοιαζαν ακόμα πιο σαγηνευτικοί.

Στο πρώτο μέρος είμαστε σε μια φανταστική Νέα Υόρκη του 1893, όπου ο εμφύλιος δεν έχει οδηγήσει στην Ένωση αλλά στη διάσπαση των Αμερικάνικων Πολιτειών. Ο ήρωας μας, ο Ντέιβιντ Μπίνγκαμ, είναι ένας 29χρονος κληρονόμος, ντροπαλός και με κρίσεις μελαγχολίας στο παρελθόν του, που ο πανίσχυρος παππούς του Ναθάνιελ προσπαθεί να τον παντρέψει με προξενιό με τον πλούσιο αλλά όχι όμορφο 42χρονο, Τσαρλς Γκρίφιθ. Εκείνος όμως ερωτεύεται τον νεαρό απένταρο μουσικό Έντουαρντ, και μπαίνει το βασανιστικό ερώτημα, τόσο κοινό στα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, αν θα διαλέξει την κληρονομιά του ή τον έρωτα. 

Στο δεύτερο μέρος μεταφερόμαστε στο παρόν, ο Ντέβιντ Μπίνγκαμ είναι κι εδώ ο πρωταγωνιστής μας, αλλά τώρα πια είναι βοηθός σε μια νομική εταιρία και σε σχέση με τον μεγαλοδικηγόρο και πολύ μεγαλύτερό του, Τσαρλς. Ο πατέρας του Ντέιβιντ Μπίνγκαμ κι αυτός, ήταν να γίνει βασιλιάς της Χαβάης κι ακολούθησε τον Έντουάρντ του.

Στο τρίτο μέρος είμαστε στο μέλλον. Το ίντερνετ έχει απαγορευτεί, οι άνθρωποι ζουν μια ζωή με κουπόνια, περιορισμένοι σε ζώνες. Εδώ πρωταγωνιστεί μια γυναίκα, η Τσάρλι Γκρίφιθ, κι ο φόβος μιας πανδημίας κάνει τα πάντα ζοφερά.

Το πρώτο μέρος είναι πραγματικά πολλά υποσχόμενο, ο αναγνώστης παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον τον νεαρό Ντέιβιντ που ακούει τη φωνή της καρδιάς του και το εύρημα να επιτρέπεται ο γάμος μεταξύ ομόφυλων σε μια κοινωνία κατά τα άλλα συντηρητική που προκρίνει γάμους με προξενιό και προίκα, έχει ενδιαφέρον. Λέγεται πως αυτό το κομμάτι η Γιαναγκιχάρα το εμπνεύστηκε από την "Πλατεία Ουάσινγκτον" του Χένρι Τζέημς. Κι όντως συναντάμε εδώ, αν εξαιρέσει κανείς την αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, παρόμοιες θεματικές.

Στο δεύτερο μέρος, ο κόσμος χτίζεται πιο φασματικά, και το ενδιαφέρον μιεώνεται. Εκεί πάντως που χάνεται εντελώς το ενδιαφέρον είναι στο τρίτο και μεγαλύτερο μέρος, αυτό με την πανδημία. Η αφηγήτρια είναι κάπως αδιάφορη, η Γιαναγκιχάρα μάς κάνει τρομερό exposition, μας εξηγεί και την παραμικρή αχρείαστη λεπτομέρεια του κόσμου, ξανά και ξανά, τα ίδια και τα ίδια, και χειρίζεται την πανδημία κάπως διδακτικά και δασκαλίστικα. Έτσι ένα βιβλίο που δεν χορταίνεις να το διαβάζεις στο πρώτο μισό, γίνεται βασανιστικό και το σέρνεις από κρεβάτι σε καναπέ για να το τελειώσεις βαρυγκωμόντας.

Τα τρία μέρη του μυθιστορήματος είναι κάπως χαλαρά συνδεδεμένα: έχουμε τα κοινά ονόματα, (Ντέιβιντ, Τσαρλς, Έντουαρντ, Ναθάνιειλ,Μπίνγκαμ Γκρίφιθ) και το διαμέρισμα στην Πλατεία Ουάσινγκτον, όμως ως εκεί. Τα θέματα είναι πολλά και σημαντικά. Το βασικό, πώς κάθε φορά οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες επηρέαζουν την προσωπική ζωή, πώς οι ευαίθητοι άνθρωποι αυτού του κόσμου μπορούν να αντεπεξέλθουν στη δυσκολία του βίου, πόσο η κοινωνική συγκυρία και η χρονική τυχαιότητα διαλύουν το άτομο. Η ντροπή για τον εαυτό μας, η ανάγκη για τους άλλους και την έκφραση του εαυτού, η μοναξιά.

Η συγγραφέας έχει εξαιρετική ικανότητα να χειρίζεται τις ανθρώπινες σχέσεις κι αυτό είναι κι εδώ το ατού του βιβλίου. Δυσκολεύεται όμως να μιλήσει για τα βαθιά πανανθρώπινα ερωτήματα. Και το "Προς τον Παράδεισο" είναι ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σε αυτά. Έτσι εδώ χάνεται το δεύτερο επίπεδο, αυτό που θα στήριζε τις ιστορίες και θα τις κρατούσε δεμένες μεταξύ τους. Σε ένα βαθμό το βιβλίο θυμίζει Ντέιβιντ Μίτσελ, πχ Τα κοκκάλινα ρολόγια, όμως εκεί που ο Μίτσελ μεγαλουργεί, η Γιαναγκιχάρα μένει σε ρηχά και κάπως θολά νερά.

Το σίγουρο είναι πως αυτό το μυθιστόρημα ήταν εξαιρετικά φιλόδοξο που έβαλε τον πήχυ ψηλά κι ας μην κατάφερε τελικά να τον ξεπεράσει. Προερχόμενο δε από ένα ανερχόμενο αστέρι όπως η Χάνια Γιαναγκιχάρα φέρνει μαζί του και την ελπίδα -μια γυναίκα που πληρώνεται 1εκ. δολάρια για τα δικαιώματα του μυθιστορήματός της και πουλάει αβλεπί 16.000 αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας, έχει το σθένος να μην ακολουθήσει τις ευκολίες της και να πειραματιστεί.


                                               Κατερίνα Μαλακατέ


"Προς τον Παράδεισο", Χάνια Γιαναγκιχάρα, μτφ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2022, σ. 814